Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Οι Πειραιώτες από το 1765 και μετά όπως τους είδαν οι περιηγητές


 
     Γνωρίζουμε το  σημερινό Πειραιά, τους σημερινούς Πειραιώτες, όσους κινούνται   μέσα στο πρώτο λιμάνι της χώρας, τη σημερινή κίνηση και ζωή του. Κι έχουμε τις εντυπώσεις μας.
       Όμως  πώς ήταν οι  Πειραιώτες  και όσοι σύχναζαν  στο λιμάνι, πως ήταν η ζωή και οι εκφάνσεις της  πριν από 250 χρόνια,  ας πούμε από το 1765   και μετά;  Πώς  ζούσαν, τι δουλειές έκαναν, τι φορούσαν;
         Ο Πειραιάς των μέσων του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου, πέρασε μέσα από πολλά  αξιόλογα  περιηγητικά κείμενα,  καθώς οι επισκέπτες πύκνωναν.
      Σύντομες είναι πάντα οι αναφορές στο λιμάνι, που δεν κρατάει τους ταξιδιώτες. Η θέα της Ακρόπολης από μακριά, ανάμεσα στον ελαιώνα, τους κάνει να θέλουν να φτάσουν εκεί το ταχύτερο.
     "Αλλωστε, εκτός απ' το Μοναστήρι και το υπόστεγο της Δογάνας (του Τελωνείου) άλλη στέγη δεν προσφέρεται ακόμα στον Πειραιά.
      Πάντως τα τείχη, τα λιμάνια και τα λιμανάκια, δέχον­ται συχνά επισκέπτες. Στο λιμένα των Φωρών, το «Κλεφτολίμανο» της Δραπετσώνας, δίνεται η δυνατότητα για  κυνήγι λαγών, σε πολλούς θιασώτες του αθλήματος.
       Ετσι οι διάφορες μαρτυρίες είναι  σε θέση να μας πληροφορήσουν ικανοποιητικά.
      Το βιβλίο της Λίζας Μιχελή  «ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΡΤΟ ΛΕΟΝΕ   ΣΤΗ ΜΑΓΧΕΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ» περιλαμβάνει  πολλές τέτοιες  εντυπωσιακές  αφηγήσεις περιηγητών και επισκεπτών του Πειραιά.

 
                                                 
                                                      Πειραιάς 1750, Ψαράδες, Λε Ρουά, λεπτομέρεια
                                         

                           Βοσκοτόπια ανα­κατεμένα με σταροχώραφα

         Μέσ' από τις αφηγήσεις μπορεί να συμπεράνει κανείς πως υπήρ­χε μια καθαρά αγροτική περιοχή, που ξεκινούσε λίγο πιο  πέρα απ' τους γυμνούς λόφους της ακτής - προς την Αθήνα:
 
                                                     
      «Αυτή ή πεδιάδα, από τον Πειραιά μέχρι την Αθήνα, έχει μήκος πέντε μίλια και περίπου εννιά πλάτος. Κοντά στη θάλασσα αποτελείται από θαυμάσια βοσκοτόπια, ανα­κατεμένα με σταροχώραφα και, καθώς πλησιάζει προς την πόλη, είναι πλούσια φυτεμένη με αμπέλια και  με ελιές».( γράφει ο Λόρδος Τσάρλμοντ, 1749)

                       Αφθονο  κρασί  και  σταφύλια το  1765

    Ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ  που επισκέφθηκε το πειραϊκό λιμάνι  το 1765 σημειώνει:
    «Ξεκινήσαμε το άπόγεμα, με ούριο άνεμο, καί το βρά­δυ αγκυροβολήσαμε στο φημισμένο λιμάνι. Πρωί πρωί ήρ­θαν πάνω στο καράβι μερικοί "Ελληνες, τους οποίους ό καπετάνιος είχε ενημερώσει για την άφιξη του. Το κρασί άρχισε να κυκλοφορεί άφθονο, κι ή συνάντηση τους γιορ­τάστηκε, όπως συνήθως συμβαίνει μ' αυτούς τους γεμά­τους ζωή ανθρώπους, με πιοτό, τραγούδι καί χορό.
     Τους αφήσαμε καί κατεβήκαμε στο λιμάνι. Μέσ' από τό παράθυρο του τελωνείου είδαμε την Ακρόπολη ή Κά­στρο, καί το μεγάλο ναό της Αθηνάς.
     Ένας άρχοντας Αθηναίος, πού τον είχαμε ειδοποιή­σει, ήρθε σε συνάντηση μας κατά το μεσημέρι, μαζί μ' έναν υπηρέτη κι έναν από τους Καπουτσίνους του γαλλικού μο­ναστηρίου της Αθήνας. Έφεραν μαζί τους καί άλογα, αλ­λά περιμέναμε ώσπου να πέσει ό ήλιος για να ξεκινήσουμε. Στά μισά του δρόμου σταματήσαμε να ξεκουραστούμε.
      Ένας Αρβανίτης χωρικός μας πρόσφερε ώραία σταφύλια - πού πολύ τα ευχαριστηθήκαμε. Ένας άλλος, πού κουβαλούσε ένα δερμάτινο φλασκί στην πλάτη του, τρά­βηξε νερό από ένα πηγάδι καί μας έδωσε να πιούμε.
      Ανάμεσα στ' αμπέλια υπάρχουν δημόσιες δεξαμενές, άπ  όπου ποτίζονται τα περιβόλια καί τα δέντρα, με την έπίβλεψη των ιδιοκτητών. Ό καθένας τους πληρώνει το νερό μέ την ώρα και οί τιμές ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα μέ την αφθονία ή την έλλειψη του.
      Είδαμε πίσω από μια στέρνα ένα μαρμάρινο άγαλμα καθιστού  άντρα - κάποιου φιλόσοφου, όπως υποθέσαμε...».
         Ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ, συγγραφέας του παραπάνω κειμένου ήταν φιλόλογος που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1765. Ο  Τσάντλερ,  ενδιαφερόταν ταυτόχρονα για τη χαρτογράφηση των ακτών, και το βιβλίο του συμπληρώνεται από χάρτη της περιοχής του Πειραιά - έναν από τους γνωστότερους της εποχής εκείνης, όχι όμως και πρωτότυπου. Οπως ο ίδιος αναφέρει, βασίζεται σε προηγούμενο χάρ­τη. σχεδιασμένο από το Γάλλο Μπελίν.
          Συχνά συνέβαινε οι χάρτες αυτοί ν' αποτελούν πιστά αντίγραφα παλιότερων τους. Έτσι, και ο  Μπελίν και ο  Τσάντλερ είχαν σαν βάση το σχέδιο του προγενέστερου τους  Γκραβιέ  Ντ  Ορτίερες του 1686.

                                             Ο τάφος του  Θεμιστοκλή

       Ο υποτιθέμενος τάφος του Θεμιστοκλή, στην Πειραϊ­κή, έχει εμπνεύσει κι αρκετά ποιήματα:
      «Σ' ατενίζω, καθισμένος στο ακρωτήρι του "Αλκίμου κοντά, στον αδειανό τάφο πού μπαίνει μέσα του ή θάλασσα καί κοιμάται ακίνητη καί λαμπερή...» σημειώνει ο Π. Λεμπράν (1828)

                                    «….έσπασαν τη σιωπή του λιμανιού»        

        Στην ερημιά του Πειραιά επανέρχεται ο σικελός Χ. Σκροφάνι  στα 1794:
      «Μια βενετσιάνικη φρεγάτα είχε μόλις ρίξει άγκυρα. Οι φωνές των ναυτών πού δίπλωναν τα πανιά, οί βολές των κανονιών - πού μ' αυτές ο καπετάνιος θέλησε να τιμή­σει την Ιερή γη της Αττικής - κι ή κίνηση πού ή άφιξη αύτού του πλοίου δημιούργησε στον Πειραιά, ανάμεσα στους λιγοστούς κατοίκους του, έσπασαν τη σιωπή του λιμανιού».
          Οι επισκέπτες συχνά έρχονταν με συστατικές επιστο­λές για τους προξένους τους. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Γκασπαρύ από Γάλλους κι ο Προκόπης Μακρής από Άγγλους. Ο τελώνης που τους υποδέχεται, είναι ταυτόχρονα και μα­νάβης και πωλητής ελληνικών ποτών...
          Στις αρχές του ΙΘ' αιώνα, περνούν από δω ο  Σατωμπριάν, ο Ντόντγουελ, ο Πουκεβίλ, κι άλλοι γνωστοί συγ­γραφείς και λόγιοι της Δύσης. Επισημαίνουν όλοι τη «φριχτή ερημιά» του λιμανιού - που φαίνεται πως η εμπορι­κή του κίνηση είχε σημαντικά ελαττωθεί τότε.
        Τη «νεκρική» ησυχία τονίζουν με τα δυνατά φτερουγί­σματα τους μερικοί γερανοί, καθώς αναζητούν τη λιγο­στή τροφή τους στο λασπωμένο έλος, που εκτείνεται προς τ' αριστερά του λιμανιού.

                                              Χωρίς  γυναικεία συντροφιά

         Η  λαίδη Εσθήρ Στάνχοπ παρατηρεί, στη διάρκεια του ταξιδιού της, λιγοστά πλοιαράκια και Τουρκάλες «με μόνο τα μάτια τους να φαίνονται» - που φεύγουν μόλις δουν ξένο.
         Ο Πειραιάς θ' αργήσει πολύ να προ­σφέρει στους περαστικούς ναυτικούς τη γυναικεία συν­τροφιά, τη στενά συνυφασμένη με την έννοια του κάθε λιμανιού...

                                           Τα  Θεόσπιτα  της Πειραϊκής

     Ο Ε. Ντόντγουελ είναι ένας από τους περιηγητές που φτά­νουν μέχρι τα λατομεία της Πειραϊκής - και τα περιγρά­φει:
 
                                                         
    «Όρατά είναι ακόμη πάνω στη χερσόνησο τα αρχαία λατομεία.(Θεόσπιτα;;;) Μερικά υπόγεια δωμάτια είναι λαξευμένα στο βράχο. Προς το παρόν αποτελούν καταφύγιο των ζώων, πού άλλοιώτικα, σ' αύτή τη γυμνή περιοχή, τη δίχως ίχνος σκιάς, θα ήταν εκτεθειμένα στην καυτή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού.
      Τα λατομεία αυτά μοιάζουν σα μικρογραφία αν θελή­σεις να τα συγκρίνεις με τα θαυμάσια λατομεία των Συρακουσών. Φαίνεται, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ότι στον Πελοποννησιακό πόλεμο χρησιμοποιήθηκαν σα φυλακές γιά τα πληρώματα τεσσάρων πλοίων των Συρακουσίων, πού είχε συλλάβει ό θρασύλλος - ανταποδίδοντας έτσι τη φυλάκιση των Αθηναίων στα λατομεία των Συρακουσών».

                           Το λάδι  αποθηκεύεται σε «ασκό   προβάτου»

     Πάντως, κι αν ακόμη η κίνηση του λιμανιού έχει μειω­θεί, περιηγητές όπως ο Ι. Γκολτ στα 1810, σημειώνουν ότι «κάθε χρόνο γίνεται εξαγωγή απ' τον Πειραιά προς τη Γαλ­λία, μέσω των Γάλλων εμπόρων της Αθήνας, περίπου 35.000 βαρελιών λαδιού».
    Το λάδι συχνά αποθηκεύεται σε «ασκό από ολόκληρη προβιά προβάτου», όπως ο Ι. Γκολτ  είδε να το μεταφέρει κάποιος Τούρκος.
     Επίσης, εξάγεται ριζάρι για βαφές υφασμάτων καθώς και νίτρο. Ο  Γκολτ προφητεύει ότι κάποτε ο Πειραιάς μπο­ρεί να γίνει σημαντικό λιμάνι εξαγωγής προϊόντων της Ατ­τικής γενικότερα .
                                 
                                                    Η Αττική είναι ο κήπος

     Κι ακόμα, στα 1815, ο Πουκεβίλ παρατηρεί «8 πλοία εμπορικά καί πολλά καΐκια απ' τη Σαλαμίνα και την Αίγινα, φορτωμένα φρούτα καί λαχανικά πού προορίζονται για την "Υδρα. Ή Αττική είναι ό κήπος αύτού του ξερού βράχου, πού δε διαθέτει παρά μόνο χρυσάφι: τα καράβια του...».
      Κοντά στο Τελωνείο, όπου υπάρχει ένα πηγάδι,( η μετέπειτα Τρόμπα), οι ξένοι που πλησιάζουν να πιουν νερό παρατηρούν και μια αρ­χαία επιγραφή. Δεν είναι βέβαια η μόνη. Ο Πειραιάς είναι διάσπαρτος με αρχαιότητες. (Είχε νερά ο Πειραιάς;;;;)

                        Οι καλόγεροι άδειαζαν τα ασκιά σε βαρέλια

       Από περιηγητικά κείμενα έχουμε και λεπτομερειακές περιγραφές της Μονής - όπως αυτό του Π. Λωρέντ που την επισκέπτεται στα 1818 και περνάει υποχρεωτικά τη νύχτα του εκεί:
     «Να φτάσουμε στην Αθήνα, ήταν αδύνατο εκείνο το απόγευμα, γιατί θα ήταν απαραίτητο να στείλουμε κά­ποιον στην πόλη να προμηθευτεί μουλάρια· γι' αυτό κατευθυνθήκαμε προς το μοναστήρι, ένα πέτρινο κτίριο με φαρδιά είσοδο. Ήταν χτισμένο σε σχήμα παραλληλό­γραμμου και τό μικρό Ιδιωτικό παρεκκλήσι των πατέρων ήταν στο κέντρο της αυλής· όταν πλησιάσαμε, μας προϋ­πάντησε το δυνατό γαύγισμα σκύλων και μετά από λίγη ώρα εμφανίστηκε ένας καλόγερος: ήταν ένας άντρας μέ­σης ηλικίας· ένα λεπτό γενάκι κάλυπτε το στιγματισμέ­νο πηγούνι του και ένας μάλλινος σκούφος σκοτείνιαζε το πρόσωπο του, τα χαρακτηριστικά του οποίου πρόδι­ναν την ολοκληρωτική απουσία κάθε ανθρώπινου αισθή­ματος. "Ενα μακρύ ράσο, μαζεμένο με μια δερμάτινη ζώ­νη, έπεφτε μέχρι τα πόδια του, στα όποια φορούσε δύο μισοκατεργασμένα σανδάλια. Ό καραβοκύρης πού μας είχε οδηγήσει στο μοναστήρι πήρε το χέρι του άγιου άντρα και το ακούμπησε στο μέτωπο του και τού εξήγησε ότι θέλα­με να κοιμηθούμε ένα βράδυ. Ό καλόγερος μας κοίταξε με τα διαπεραστικά και μικροσκοπικά μάτια του, σήκω­σε τους ώμους του καί μετά από μικρή παύση μας πληρο­φόρησε ότι ό ηγούμενος δεν ήταν στο μοναστήρι. Φοβι­σμένος από τα μιάσματα του λιμανιού είχε πάει στην Αθή­να· εκεί δεν υπήρχε εξυπηρέτηση στα κτίρια· ή πολιτεία δεν είχε επιτρέψει να λάβουν έκτακτα μέτρα ασφάλειας. Άλλα ή θέα ενός κομματιού χρυσού γρήγορα υπερνίκη­σε τις πολυάριθμες δυσκολίες, πού από τη φιλαργυρία εί­χαν βγει στην επιφάνεια. Ό καλόγερος κρατώντας στο χέρι του ένα αναμμένο δαυλό από ξύλο, μας οδήγησε μέ­σω μιας ξύλινης σκάλας, πού ήταν στην εξωτερική πλευ­ρά του κτιρίου, σ' ένα μακρύ δωμάτιο, πού οί τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με πολυάριθμες επιγραφές καί πολ­λά άσχημα πρόσωπα, σχεδιασμένα με ξυλοκάρβουνο καί κόκκινη ώχρα. "Ενα μεγάλο ψάθινο χαλί με σπαρτιάτι­κα βούρλα βρισκόταν στο πάτωμα· πάνω σ'αυτό ξαπλώ­σαμε και τυλιχθήκαμε στίς κουβέρτες μας έχοντας τα παλ­τά μας για προσκέφαλα. Ό άνεμος σφύριξε περνώντας ανάμεσα στη σχεδόν χωρίς κεραμίδια οροφή καί αυτός ό θόρυβος μαζί με την αναταραχή της αρρώστιας καί την ανησυχία της εισόδου μας στην Αθήνα, με εμπόδιζε να κοιμηθώ πρίν από τα χαράματα. Τότε όλο το μοναστήρι βρισκόταν σε κίνηση καί ταραχή' κοιτάξαμε έξω από τα παράθυρα καί είδαμε την αυλή γεμάτη μουλάρια καί γαϊ­δούρια φορτωμένα με ασκιά γεμάτα λάδι. Οί ήμιονηγοι και οί καλόγεροι άδειαζαν τα ασκιά σε βαρέλια έτοιμα για το εξωτερικό ταξίδι. Μετά μάθαμε ότι ό πασάς της Εύβοιας, πού κάτω από τη δεσποτική του κυριαρχία στενάζει ή χώρα του Θεμιστοκλή, είχε, για κάποιους άσήμαντους λόγους, απαγορεύσει την εξαγωγή λαδιού από την Αττική, εκτός από ορισμένους πού είχαν αυτό το μοναστήρι. Οι κάτοικοι, συνεπώς, είχαν καταφύγει στην έμπορία λαθραίων εμπορευμάτων κάτω από την προστασία του Αγίου Σπυρίδωνα και τών καλόγερων, μέχρι τότε πού  κατόρθωναν να επιβιβαστούν σε μια γαλλική σκούνα, που την περίμεναν καθημερινά στο λιμάνι». ( 1821)

                                       Κάναμε ένα ωραίο γεύμα με λίγα ψάρια

       Οπωσδήποτε οι περιη­γητές που επισκέπτονται  τον Πειραιά, αναφέρονται συχνά σε αρχαία κατάλοιπα που βλέπουν εκεί, κυρίως έναν ωραίο μαρμά­ρινο θρόνο με πόδια λιονταριού:
    «Στήν παραλία είναι χτισμένα ένα τελωνείο, πολύ λι­γοστά σπίτια καί μια ελληνική εκκλησία. Μπήκαμε σ'ένα καμαράκι κοντά στην εκκλησία καί κάναμε ένα ωραίο γεύμα με λίγα ψάρια πού μόλις τα είχαν πιάσει. Κοντά στην εκκλησία τούτη πού είταν χτισμένη στη μέση από ένα με­γάλο τετράγωνο, είδα ένα μαρμαρένιο θρόνο με λατινική επιγραφή». (Δημοσίευμα στο Λονδίνο του 1820).

                       Στην Ψυττάλεια   με  φωτιές  και ψητά  αρνιά

     Μια άλλη διάσταση δίνουν περιπτώσεις όπως του Γερμανού ζωγράφου Ιάκωβου Λίνκχ που φτάνει εδώ στις  αρχές του 1810 και παίρνει μέρος σε ημινόμιμες – ή ημιπαράνομες - ανασκαφές που γίνονται στην Αίγινα, τις Βάσσες, την Ιθάκη, τη Λευκάδα, τη Νικόπολη, από ομό­τεχνους και συμπατριώτες του.
      Συνδυάζοντας το γνήσιο ενθουσιασμό για την Ελλάδα με το πνεύμα της εποχής του, ο Λίνκχ  συμμετέχει ανενδοίαστα στις «μεταφορές» αρχαίων έργων τέχνης στη δυ­τική Ευρώπη. Ταυτόχρονα όμως, ανήκει στους ξένους που κινητοποιούν πνευματικά και συναισθηματικά τους κατοίκους της Αθήνας, προσανατολίζοντας τους προς τα αρχαία ιδεώδη.
      Ο σπόρος βέβαια, ήδη υπάρχει: το 1813 ιδρύεται εδώ  Φιλόμουσος Εταιρεία,  που σκοπό έχει την εκπαίδευση και την ενίσχυση της εθνικιστικής συνείδησης των υπόδου­λων Αθηναίων. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, που προετοιμάζει την Επανάσταση, εντάσσεται κι ένα χαρακτηριστικό περιστατικό του 1814.
       Στις 26 Οκτωβρίου του 1814 ο Λίνκχ, μαζί με μια μεγάλη συντροφιά από Αθηναίους, αποφασίζουν να  γιορτάσουν τη νίκη της Σαλαμίνας!
      Οι χρονικοί υπολογισμοί δεν είναι λανθασμένοι: οι εορ­ταστές είναι σε θέση να ξέρουν ότι η ναυμαχία έγινε Σεπτέμβριο κι όχι Οκτώβριο. Όμως, για λόγους πρακτικούς φαίνεται, η επέτειος γιορτάζεται κάπως ετεροχρονισμένα...
       Ο  Λίνκχ και οι Αθηναίοι φίλοι του πήραν ένα καραβάκι απ' τον Πειραιά κι αποβιβάστη­καν στο νησάκι της Ψυττάλειας (εκεί που ο Αριστείδης είχε εξοντώσει, μετά τη ναυμαχία, το πιο επίλεκτο σώμα των Περσών, που είχαν αποβιβασθεί στο νησί κατά δια­ταγή του Ξέρξη από την προηγούμενη μέρα - εν αναμο­νή βέβαιης νίκης).
     Στην παραλία της Ψυττάλειας η συντροφιά άναψε φω­τιές, έψησε αρνιά, ήπιε κρασί και... ποντς στη μνήμη του Θεμιστοκλή. Ακολούθησε χορός μέχρι αργά το βράδυ κι ο «κύριος Παλαμάς, δάσκαλος Αθηναίος» (όπως γράφει ο  Χαγιες ), είχε μαζί του κατάλληλα εργαλεία και χάραξε κάτω απ' το φως αναμμένων δαυλών πάνω στο βράχο, την επιγραφή: «Εδώ έγινε σήμερα μια γιορτή σε μνήμη της αθάνατης ναυμαχίας της Σαλαμίνας».
     Κι ο Χάγιες  συμπληρώνει πως αυτή η επιγραφή μπορεί ν' αποτελέσει ένα πρωτότυπο ντοκουμέντο για τους επόμενους αιώνες...

                                                                         
                                                                               Επιχρωματισμένη ξυλογραφία του Χένρυ Μπελ

                            Οι  τελωνοφύλακες   σαν φύλακες της ερήμου

     Οι πρώτοι ταξιδιώτες, που φτάνουν στον Πειραιά στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο τέλος της Επανάστασης στα 1827 και της οριστικής απο­χώρησης των Τούρκων στα 1832, συναντάνε ακόμα στο λιμάνι τις τούρκικες τελωνειακές αρχές - σε διάλυση.
     Για τον Πειραιά του 1830, γράφει ο Μ. Μιχώ:
    «Στό βάθος του λιμανιού, αριστερά βλέπει κανείς κάτι καλύ­βες οπού στεγάζεται μια φτωχή οικογένεια Τούρκων.
    Οί τελωνοφύλακες, πού βρίσκονταν έκεί σαν φύλακες της ερήμου, τόσκασαν καθώς πλησιάζαμε.  Δε  βρήκαμε κανέναν να μας δείξει το δρόμο για την Αθήνα.
    Ελπίζαμε να βρούμε άλογα ή τουλάχιστον γαϊδούρια στην ακτή ή κάπου έκεί κοντά. Μάταιη ελπίδα. "Επρεπε να χρησιμοποιήσουμε τα πόδια μας για να κατευθυνθού­με προς την πόλη της Αθήνας...».
    Οπωσδήποτε, τα πράγματα δεν ήταν σε μόνιμη βάση τόσο τραγικά! Ίσως η συντροφιά του  Μιχώ  έτυχε να πέσει σε κακή στιγμή. Άλλοι ταξιδιώτες της ίδιας επο­χής, μιλάνε για Αρβανίτες αγωγιάτες που τους μεταφέ­ρουν με άλογα στην Αθήνα, χωρίς μεγάλη χρονοτριβή.
     Κάποιος άλλος, περιμένοντας, ξαπλώνει στον μπάγκο της παράγκας του Τελωνείου και, παρά τη ζέστη, χαίρε­ται το σαμιώτικο κρασί που αγοράζει απ' τον τελώνη. Το λιμάνι δεν έχει καράβια, βλέπει όμως ένα καΐκι να φτά­νει, φέρνοντας αλληλογραφία από τη Σύρο.
 ****   Στις αρχές Ιανουαρίου του 1831 είχαν συγκεντρωθεί στον Πειραιά οι αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων για να συζητηθούν οι όροι των Τούρκων σχετικά με την πα­ράδοση της Ακρόπολης. Στη σύσκεψη αυτή παραβρέθηκε κι ο Καποδίστριας, που δεν θέλησε να του γίνει επίση­μη υποδοχή. Γι αυτό, μετά τις συζητήσεις που έγιναν στην Αθήνα, ξαναγύρισε «ιγκόγνιτο» στο πλοίο που τον είχε φέρει από το Ναύπλιο - δίχως να γίνει γνωστό το πέρα­σμα του από την πόλη.

                                                     
                                                               

                                  Κόκκινα φέσια και   βράκες
             
         Οι πρώτοι ξένοι που φτάνουν ομαδικά στον Πειραιά εί­ναι οι επιβάτες του «Φρανσουά Πρεμιέρ», του ατμόπλοιου που πραγματοποιεί την πρώτη οργανωμένη κρουαζιέρα της Μεσογείου. Οι επισκέπτες παίρνουν με άλογα και μουλάρια το δρόμο που οδηγεί στην Αθήνα και την Ακρόπολη. Ανάμεσα τους είναι και ο Μαξιμιλιανός, ο αδελφός του Όθωνα.
       Καθώς οι ξένοι ταξιδιώτες πλησιάζουν, εντυπωσιάζον­ται από την, ανεμπόδιστη ακόμα τότε, θέα της Ακρόπολης απ' το λιμάνι: είναι ο πόλος έλξης που τους φέρνει μέ­χρις εδώ και φυσικό είναι το ότι οι περισσότεροι βιάζονται να ξεμπερδεύουν το γρηγορότερο με τον Πειραιά, τη μικρή πόλη, και να ανεβούν στην Αθήνα.                        
                                             
       Στο λιμάνι των πρώτων μεταεπαναστατικών χρόνων οι ξένοι εντυπωσιάζονται από τα κόκκινα φέσια και τις βρά­κες που φοράνε οι βαρκάρηδες - πούρχονται να παρα­λάβουν ανθρώπους, αποσκευές κι εμπορεύματα, μια και τα πλοία, για πολλά χρόνια ακόμα, δεν θα μπορούν να  «πέφτουν δίπλα» στο λιμάνι. Μαζί τους, σκαρφαλώνουν   στο πλοίο, χρησιμοποιώντας γάντζους, κι οι υπάλληλοι των αθηναϊκών ξενοδοχείων, πούρχονται σ' αναζήτηση πελατείας.

                                            Δια ξύλινης κλονουμένης κλίμακας

       Στα 1832 ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, που κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη, φτάνει εδώ για να εγκατασταθεί στη νέα πρωτεύουσα - όπου τον περιμένει μια λαμπρή  σταδιοδρομία στη δημόσια ζωή του τόπου.
       Η πρώτη του εντύπωση αφορά την παράγκα του Τελωνίου και την πρόσβαση στο δρόμο που οδηγεί στην Αθήνα:
       Εις αυτήν δε δια ξύλινης κλονουμένης κλίμακας άνεριχήθημεν ίνα καταλύσωμεν μέχρις ου μας προμηθευθώσιν οι ίπποι οί μέλλοντες να μεταφέρωσιν ημάς είς Άθήνας. Άλλα και άφ' ού, μετά δυσκολίας, οί λεγόμενοι ίπποι. οϊτινες κατά το πλείστον ήσαν ήμίονοι ή και όνοι, ευρέθησαν συλλεγέντες μακρόθεν, έμενεν έτι έπίπονον πρόβλημα είς αυτούς και ήμάς· διότι το άρχαίον Άλίπεδον, το επί της ακμής των Αθηνών και διά της φιλοπονίας των Αθηναίων είς ένφυτον Πεδίον μεταβληθέν, είχεν. επί της έκβαρβαρώσεως της χώρας, μεταπέσει αύθις είς την πρώτην αύτού κατάστασιν και τά κτήνη ημών διοδεύοντα αυτό είχον σχεδόν μεταβληθή είς ίπποπόταμους  έχοντα ύδωρ και ιλύν μέχρι της κοιλίας».

                                       ………ανοίξαμε πανιά για τον Πειραιά…….

      Μια ξένη προσωπικότητα, που ζυμώνεται αργότερα με την αθηναϊκή ζωή, είναι κι ο Βαυαρός αρχαιολόγος Λ. Ρος, που φτάνει στον Πειραιά για πρώτη φορά στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1832, από την Αίγινα. Χαρακτηριστικό είναι ότι το γράμμα του, απ' όπου κι η περιγραφή, γραμμένο λίγες μέρες μετά, έχει - όπως γίνεται τότε - δύο ημερομηνίες, που αντιστοιχούν στο παλιό και το νέο ημερο­λόγιο.
       Οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής εκείνης, που συχνά ήταν δίγλωσσες, είχαν στην προμετωπίδα τους και τις δύο ημερομηνίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο γράμ­μα του ο Ρος χρησιμοποιεί και τις δύο, αλλά προτάσσει τη γερμανική - του νέου ημερολογίου: Αθήνα, 12 Σεπτεμβρίου / 31 Αυγούστου 1832.
       Το νέο ημερολόγιο είχε αρχίσει να υιοθετείται σταδιακά από τις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ήδη από τα μέσα του ΙΗ' αιώνα.
       «Τη Δευτέρα φώναξαν επιτέλους μέσα στα δρομάκια: "Δια την Αθήνα!", με τον τρόπο που αναγγέλλεται εδώ ή ευκαιρία της αναχώρησης ενός πλοίου. Έτοίμασα γρήγορα τίς αποσκευές μου  κι όταν το από­γευμα σηκώθηκε ό άνεμος, ανοίξαμε πανιά για τον Πει­ραιά. Συνήθως ή διαδρομή γίνεται σε 3-4 ώρες. Επειδή όμως ό άέρας κατάπεσε, φθάσαμε στο λιμάνι  τά μεσάνυχτα.
       "Εφτασα λοιπόν, όπως είπα στην αρχή, τα μεσάνυχτα, με φεγγαρόφωτο στον Πειραιά καί αναγκάστηκα να περάσω τη νύχτα στο καΐκι. Με ανυπομονησία περίμενα την πρώτην άκτίδα της μέρας για να ξαναπατήσω επιτέλους το μακάριο έδαφος καί να βιαστώ να φθάσω στην πόλη του Θεμιστοκλή και του Σωκράτη, πού το φρούριο της (την Ακρόπολη), το είχα δει, από τα βουνά της Αίγινας ακό­μα, να αστράφτει σκεπασμένο από ένα κάλυμμα από άσπρα σύννεφα. Εφθασε, επιτέλους, το πρωΐ καί φώτισε το ερημωμένο λιμάνι του Πειραιά πού κάποτε άποπλέανε από δω στόλοι ολόκληροι καί τώρα δεν είχε παρά 8-10. καΐκια καί μια δωδεκάδα άθλια καλύβια - εδώ πού βρι­σκόταν ό ακμάζων Δήμος, πού τώρα βρίσκεται στη βό­ρεια όχθη του. Τι αλλαγή! Με παρηγόρησε, ωστόσο, ή σκέ­ψη ότι το αίσχος του Πειραιά πάει να τελειώσει, ότι σε λί­γα χρόνια θα υψώνεται στη θέση του μια πόλη καί θα μπορούν να λικνίζονται στο λιμάνι του, όπως στην αρχαιό­τητα, μεγάλα πλοία.
      Κατέβασα, χωρίς αναβολή τίς αποσκευές μου καί φώ­ναξα έναν αγωγιάτη με άλογο.
      Οποιος, στα 1832 έφθανε στον Πειραιά, έβρισκε αυτή την ωραία καί περιορισμένη «δεξαμενή» έρημη καί άδεια, καί έβλεπε μονάχα σε κάποια άκρη της αραγμένο ένα άθλιο καΐκι. Αφού αγκυροβολούσε δίπλα του, έβγαινε καβάλλα στη ράχη ενός ναύτη στην παραλία, οπού δεν υπήρ­χε ακόμα καμμιά αποβάθρα, καμμιά σκάλα πού να βοη­θά την αποβίβαση. Εδώ τον υποδεχόταν κάπου μια ντου­ζίνα φουκαριάρικων καλυβιών, φτιαγμένων από συγκολλημένο χώμα καί σανίδια. Μπροστά από ένα τέ­τοιο καλύβι καθόντανε, καπνίζοντας τα τσιμπούκια τους και μασουλώντας, μερικοί κουρελιάρηδες Τούρκοι στρα­τιώτες, ό Τελώνης καί ή φρουρά του. Τα υπόλοιπα ήταν καφενεία και κρασοπουλειά. Ό ταξιδιώτης έβρισκε με κό­πο δυο άλογα για να μεταφέρει τον εαυτό του καί τίς απο­σκευές του στην πόλη της Παλλάδος. Συνήθως το άλογο ήταν εφοδιασμένο μόνο με σαμάρι...». (Λ. Ρός: «Αναμνήσεις καί Εντυπώσεις από την Ελ­λάδα»)

                        Στο λιμάνι είπε ο Γκούτενσον να γίνουν τα ανάκτορα

     Ο Λούντβιχ Ρος είναι από τους ειδικούς επιστήμονες που κατόπιν ο Όθωνας συγκεντρώνει γύρω του για να στελεχώσει την κρατική μηχανή.
      Εξ άλλου ήδη παρακολουθήσει ένα μέρος των ζυμώσεων που προηγούν­ται της τελικής επιλογής της Αθήνας ως πρωτεύουσας:
                                                 
    «... Τότε άρχισε κι' όλας ή συζήτηση του θέματος, ποια πόλη έπρεπε να επιλεγεί για πρωτεύουσα του κράτους. Ό Βαυαρός αρχιτέκτονας Γκούτενζον, πού ακολουθώντας την αντιβασιλεία είχε έρθει στην Ελλάδα, είχε υποδείξει για πρωτεύουσα τον Πειραιά. Πήγαμε μια μέρα έφιπποι προς το λιμάνι και ό Γκούτενσον ανέπτυξε επί τόπου τίς απόψεις του καί επεσήμανε τη θέση, όπου έπρεπε να γί­νουν τα ανάκτορα. Οί προτάσεις του όμως δεν βρήκαν απήχηση. Πως μπορούσε κανείς να εγκαταστήσει το  παλάτι στην ακτή της θάλασσας, όπου, με την έλλειψη ενός αρκετά δυνατού στόλου θα βρισκόταν στην εμβέλεια των κανονιών κάθε εχθρικού σκάφους; Καί πόσο άβολο θα ήταν να κατοικεί κανείς στη γυμνή και άνυδρη χερσόνη­σο του Πειραιά, τριγυρισμένος από μια αποτελματωμέ­νη κατηφοριά... Ενώ στην Αθήνα, το ίδιο το όνομα της πόλης, οί αναμνήσεις, τα ερείπια της αρχαιότητας, ή ύγιεινή θέση, ή μεγαλύτερη ασφάλεια, ή ελεύθερη διακίνηση προς όλες τίς κατευθύνσεις - όλα συνηγορούσαν γι'αυ­τήν...».

                                 …… συνοδεία επί όνων έρ­χεται αντιθέτως……

       Δύο χρόνια αργότερα, το 1834, ο Γάλλος Αμπετ Κρασσετ συναντάει στο δρόμο του μια συντροφιά χαρακτηριστι­κή του πρώτου ρεύματος της εσωτερικής μετανάστευσης  προς το επίνειο της πρωτεύουσας:
      «Στενή κονιορτώδης οδός άναρριχωμένη έπί χωματώδους λοφίσκου και άνελισσομένη μετά των φρακτών δύο άμπέλων φέρει προς τάς Αθήνας. Εισέρχομαι είς την όδόν ταύτην δια να προσπαθήσω εκείθεν τουλάχιστον να ρίψω βλέμμα προς τάς Αθήνας. Άλλα συνοδεία επί όνων έρ­χεται αντιθέτως καί αναγκάζομαι να υποχωρήσω, ενώ ό περιποιητικώτατος οδηγός μας με πληροφορεί ότι ή συ­νοδεία έρχεται εκ Χαλκίδος καί πρόκειται να έγκατασταθή είς τον Πειραιά. Μεταξύ των εφίππων διακρίνω καλώς προφυλαττομένην νεαράν παρθένον δεκαοκταέτιδα ίσως. Δεν είχον ακόμη ιδεί τάς γυναίκας των Αθηνών καί δεν είχον ίδέαν της Ελληνίδας. Τοϋτο όμως δεν μ' έκώλυσε νά σκεφθώ ότι, αν όλαι αι Ελληνίδες ήσαν ως ή ωραία εκείνη χωρική, βεβαίως ουδέν άπώλεσεν ό αρχαίος ελλη­νικός τύπος εκ της δουλείας καί των ατυχημάτων».
 
                        Περιμένουν περίπου εκατό άλογα μαζί και καμήλες

     Η κατάσταση  αρχίζει  ν' αλλά­ζει - με αργούς όμως ρυθμούς απ όταν  έγινε Δήμος και  μετά. Η επικοινωνία με την Αθή­να γίνεται ακόμα όπως και στον καιρό της Τουρκοκρα­τίας.
     Την περιγραφή του δρόμου που έφερνε από την Αθήνα στον Πειραιά, την έχουμε από όλους σχεδόν τους ταξιδιώτες.
      Στην αποβάθρα του 1835 ο Μ.Τζ, Κουήν  βλέπει να περιμέ­νουν περίπου εκατό άλογα μαζί και καμήλες. Καθώς ο δρόμος είναι ακόμα αδιάβατος για τα τροχοφόρα, χρειά­ζεται κανείς μια ώρα και ένα τέταρτο για να φτάσει με άλο­γο στην Αθήνα. Στη διαδρομή το άλογο του Κουήν  διασταυ­ρώνεται με κάθε είδους υποζύγια, φορτωμένα αποσκευές κι εμπορεύματα. Βαυαροί στρατιώτες κατασκευάζουν τον καινούριο δρόμο και κατοικούν σε παράγκες ανάμεσα στις ελιές.
      Η κυβέρνηση κρατούσε πολλούς από τους Βαυαρούς που τέλειωναν τη θητεία τους και τους χρησι­μοποιούσε σε διάφορα έργα - κυρίως στις διανοίξεις δρό­μων. Πολλοί έπαθαν ελονοσία  και κάποιοι πέθαναν. Στα ΒΔ ο Πειραιάς  είχε μεγάλο έλος – προς Αγιο Διονύση, Βούρλα.
       Μικρές πέτρες τοποθετούνται από τις δύο μεριές, για να προστατεύεται ο δρόμος - που ξεκινούσε απ' το λι­μάνι, συναντούσε τα ερείπια των Μακρών Τειχών, περ­νούσε από ένα χαμηλό λόφο, και συνεχιζόταν περνώντας ανάμεσα από σταροχώραφα, αμπέλια και περιβόλια -μέχρι να φτάσει στον ελαιώνα της Αθήνας.
      Όταν πια τα έργα τελείωσαν, ο δρόμος είναι ένας φαρ­δύς χωματόδρομος όπου κυκλοφορούν αμάξια, χωρίς βέβαια ν' αποκλείονται και τα υποζύγια των προηγούμενων  χρόνων. Τα άλογα των αμαξιών ξαφνιάζονται καθώς διασταυρώνονται ακόμα και τότε με καμήλες - που αποτε­λούσαν το σημαντικότερο μεταγωγικό μέσο στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Βοϊδάμαξες μεταφέρουν τους αγρότες και τα προϊόντα τους, καθώς και κάρα όλων των με­γεθών.
      Στο λιμάνι του Πειραιά σταθμεύουν κάθε είδους αμά­ξια, από «δεύτερο χέρι» τα περισσότερα, που μαζί με τις πολύχρωμες τοπικές φορεσιές των ανθρώπων που κυκλο­φορούν στο λιμάνι, δίνουν όψη «εξωτική» στον Πειραιά.

                         Φουστανέλες, βράκες, φρούτα και παγωτά

                                                        
     Στην εικόνα που περιγράφουν πολλοί περιηγητές, Έλ­ληνες με φουστανέλες και βράκες πουλάνε φρούτα και παγωτά πάνω σε βάρκες, Μαλτέζοι κουβαλάνε αποσκευές και φορτία, και μια Μαλτέζα πουλάει ξύδι και κρασί στην παράγκα της.  
     Οι Μαλτέζοι ήταν ήδη πολυάριθμοι στο Ναύπλιο, κι όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα μετανάστευσαν κι αυτοί, δουλεύοντας σαν μεταφορείς εμπορευμάτων, αλλά συχνά και ανθρώπων - μέσα στους λασπωμένους δρόμους της χειμωνιάτικης πόλης... Η θα­λάσσια επικοινωνία με τη Μάλτα ήταν πυκνή την εποχή εκείνη - μια κι ο Πειραιάς είναι για πολλά, αγγλικά κυ­ρίως, πλοία ο αμέσως επόμενος σταθμός στα μεσογεια­κά τους ταξίδια.
     Ο Τελώνης, γραφικό συμπλήρωμα της εικόνας, φορά­ει φουφούλες κι αυτός.
     Συχνά δέχεται και κάποιο φιλοδώρημα για να προχω­ρήσουν γρηγορότερα οι διαδικασίες... Δέντρα στον Πει­ραιά της εποχής δεν υπάρχουν. Το τοπίο είναι ξερό - μ' εξαίρεση το νοσογόνο έλος της ΒΔ πλευράς, που αρχίζει όμως σταδιακά ν' αποξηραίνεται, κι έτσι λιγοστεύουν κά­πως οι πυρετοί που βασάνιζαν μέχρι τότε τους κατοίκους.

                    Φουστανέλα, κεντητή  φέρμελη, τριχωτή  κάπα

                               
       Ο  Χένρυ Ριβιέρε αξιωματικός του γαλλικού πολεμικού ναυτικού, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη τον Πειραιά, γράφει:
      «Ό αποβιβαζόμενος εις την ξηράν άντικρύζει με πολλήν εκπληξιν καί περιέργειαν τους κατοίκους του Πει­ραιώς με της βράκες των, ή την φουστανέλλαν, την κεντητήν φέρμελην, την τριχωτήν κάπαν, την μελαχροινήν όψιν καί τους μακρούς μύστακας. Νομίζει ότι ευρίσκε­ται εν τω μέσω λαού παλαιμάχων πολεμιστών. Πολλοί όμως εκ των αρειμάνιων αυτών ανδρών εινε αμαξάδες καί άντίδπλου κρατούν εις χείρας μάστιγα. Επί τόπου ευρί­σκει έκεϊ ό άφικνούμενος ξένος πλήθος οχημάτων, παν­τός ρυθμού καί πάσης εποχής, συρομένων υπό ίππων ισχνών, αλλά ακούραστων. Ανήλθον είς εν εξ αυτών των οχημάτων, είς έν λαντώ, του οποίου ή νεότης είχε παρέλ­θει από τεσσαρακονταετίας τουλάχιστον, και διά τούτο έτριζε καθ' όδόν όδυνηρώς εις κάθε τιναγμόν».
       Στα 1836 μέχρι και πενήντα άμαξες υπάρχουν, συνήθως, στην αποβάθρα  του Πειραιά, με τους αμαξάδες, που φοράνε συνήθως ένα άσπρο μαντήλι γύρω απ' το φέσι τους - προστατευτικό για τη σκόνη - και συχνά συνδυάζουν φουστανέλα με κόκκινη λιβρέα και γκέτες...

                                      Για την απόδοση     Βασίλης  Κουτουζής/ koutouzis.gr
                                                                  Δημοσιογράφος ερευνητής
                                                                                                 30-12-10

Πηγή:   "ΠΕΙΡΑΙΑΣ" Λίζας Μιχελή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ελάτε στο νέο μας site www.pireaspiraeus.com