Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Ρεμπετικο και Πειραιας : Δυο εννοιες συννυφασμενες

 Ρεμπετικο και Πειραιας...
τα λογια ειναι περιττα..τοσοι ρεμπετες εχουν περασει απο τον Πειραια..απο ολες τις γειτονιες του ..σε ολες τις εποχες.Ακολουθουν οι βιογραφιες αρκετων απο αυτους.

Μιχάλης Γενίτσαρης


Γεννήθηκε το 1917 στις 15 Ιουνίου στην Αγία Σοφία στον Πειραιά, οδός Αίμου από πατέρα και μητέρα φτωχούς.
Απέναντι από το σπίτι του ήτανε το καφενείο, του Γιώργου του Μπάτη στο οποίο πήγαιναν διάφοροι «μάγκες» και παίζανε μπουζούκι η μπαγλαμά. Εκεί ο Μπάτης είχε κρεμάσει στον τοίχο του δυο-τρία μπουζούκια και μπαγλαμάδες, τα οποία όποιος ήθελε έπιανε και έπαιζε μαζί με τον καφέ του. Εκεί πήγαινε ο οχτάχρονος τότε Γενίτσαρης και άκουγε. Από τότε είχε βάλει στο μυαλό του να μάθει μπουζούκι. Το πρώτο του όργανο ήτανε ένας μπαγλαμάς του πατερά του, ο οποίος βρέθηκε κριμένος σε μια κασέλα του σπιτιού όταν η μάνα του καθάριζε μια μέρα. Με αυτό το όργανο, μέχρι τα δέκα του χρόνια είχε μάθει την «Ντουντού» και τον «Μεμέτη».
Ο Μιχάλης Γενίτσαρης είχε παρατήσει νωρίς το σχολείο, ίσα-ίσα είχε βγάλει την δεύτερη τάξη. Γύρω στο 1932 δουλεύοντας σε ένα κλειδαράδικο παθαίνει ένα ατύχημα. Πατάει έναν λεβιε μιας πρέσας δίχως να του έχει πει κανείς και του παίρνει το δεξί αντιχείρα και του τον κάνει λιώμα. Μετά από αυτό, μόλις είδε και γιατρεύτηκε το χέρι του ο πατέρας του τον βάζει να δουλέψει σε λεβητοποιείο. Εκείνη ήταν η μόνη δουλειά που του άρεσε από όσες είχε κάνει, γιατί όπως έλεγε «όλοι οι μαστόροι και παραγιοί ήτανε μάγκες - ήτανε δουλειά μάγκικια». Με τα πρώτα του λεφτά αγόρασε μπουζούκι.
Στα δεκαπέντε του αρχίζει και παίζει στις γειτονιές, αυτός μπουζούκι και ένας φίλος του κιθάρα. Σε αυτήν την ηλικία γνωρίζει στου Μπάτη το καφενείο τον Ανεστη Δελιά και τον Μάρκο Βαμβακάρη.
Στα δεκαεπτά του ένας αστυφύλακας του σπάει το μπουζούκι και ο Γενίτσαρης του ορμαει και του σκίζει τον χιτώνα. Τον πιάνουνε και τον δικάζουνε να κάνει έξι μήνες στις Φυλακές Αβέρωφ. Επαιζε σε μαγαζιά μέχρι το '52 οπότε αποσύρεται και αρχίζει να ασχολείται με το εμπόριο λαχανικών. Aφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, τις τελευταίες ημέρες, με βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού. 

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης ήταν ακόμη παιδί όταν άκουσε για πρώτη φορά τον ήχο του μπουζουκιού, που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή του. Δεν είχε συμπληρώσει καλά-καλά τα δέκα του χρόνια, όταν έπιασε στα χέρια του το μπαγλαμαδάκι και άρχισε και αυτοσχεδίαζε. Δάσκαλός του ο Γιώργος Mπάτης, «ένας άνθρωπος που έκανε τον κόσμο να γελάει», όπως έλεγε ο Μιχάλης Γενίτσαρης, του οποίου το καφενείο-χοροδιδασκαλείο ήταν απέναντι από το καφενείο του πατέρα του. Tην ουσιαστική του είσοδο στον κόσμο του ρεμπέτικου τραγουδιού έκανε στα 1928, όταν γύριζε τη λατέρνα και ο Mπάτης μάθαινε τους Πειραιώτες χορό.
Άρχισε να παίζει επαγγελματικά μπουζούκι και να τραγουδάει το 1935. Στα δεκαπέντε του έγραψε το πρώτο τραγούδι του, το «εγώ μάγκας φαινόμουνα», το οποίο γραμμοφώνησε στην «Kολούμπια» το 1937. Σε μια συνέντευξη του λέει ο Γενιτσαρης ότι όταν το άκουσε η μάνα του να παίζει στα γραμμόφωνα κλείστηκε μες στο σπίτι της από ντροπή. Tο τραγούδι σημείωσε μεγάλη επιτυχία και ο δημιουργός του ξεκίνησε τις εμφανίσεις του στο ρεμπέτικο πάλκο «Δάσους» του A. Bλάχου, στον Bοτανικό. Aκολούθησαν συνεργασίες με κορυφαία ονόματα του ρεμπέτικου, μεταξύ των οποίων ο μεγάλος δάσκαλος Mάρκος Bαμβακάρης και οι Στράτος Παγιουμτζής, Aνέστος Δειλιάς, K. Kαρίπης, Σ. Kυρομύτης κ.ά.
H αγάπη του, ωστόσο, για το ρεμπέτικο και το μπουζούκι ήταν για την εποχή του «παράνομη», γι' αυτό και διώχθηκε γι' αυτήν. Την περίοδο της Κατοχής γράφει τραγούδια που στηλιτεύουν τους μαυραγορίτες, ενώ, παράλληλα, υμνεί τους τολμηρούς σαλταδόρους. Δικό του τραγούδι ο περίφημος «Σαλταδόρος».
Tο 1952, όμως, σταματά να εμφανίζεται, καθώς ήταν δυσαρεστημένος από τα μαγαζιά και αρχίζει να δίνει τραγούδια σε λαϊκούς τραγουδιστές. Mεταξύ αυτών και οι Στέλιος Kαζαντζίδης, Γρηγόρης Mπιθικώτσης, Πάνος Γαβαλάς, Kαίτη Γκρέυ, Στελλάκης και Bαγγέλης Περπινιάδης, Στράτος Διονυσίου, Xάρις Aλεξίου, Γιώργος Nταλάρας, Mανώλης Mητσιάς, Γλυκερία κ.ά.
Στο πάλκο θα επιστρέψει αρκετά χρόνια αργότερα, το 1971. Tότε θα ξεκινήσει εμφανίσεις στο «Kύτταρο» με το συγκρότημά του, έχοντας στο πλευρό του και την Aννα Xρυσάφη, την οποία ο ίδιος έπεισε να επανέλθει ύστερα από χρόνια στην ενεργό δράση. 

Γιώργος Μπάτης


Ο  μεγάλος  ρεμπέτης του Πειραιά Γιώργος Τσωρός, γνωστός  ως Γιώργος  Μπάτης ή Αμπάτης
ήταν  από τους πρώτους μάγκες  και ρεμπέτες του  Πειραιά .
Γιατί, πώς να το κάνουμε, στον Πειραιά « ανδρώθηκε» το μπουζούκι, στον  Πειραιά βγήκαν οι πρώτοι 
«μπουζουξήδες», και δημιουργήθηκε το πρώτο  λαϊκό συγκρότημα.

Στον Πειραιά γεννήθηκαν οι πρώτοι  αριστοκράτες μάγκες, ο Γιώργος Αμπάτης ή  Μπάτης,
ο Μπαγιαντέρας ,ο Στέλιος Κερομύτης και άλλοι   που  δίδαξαν το μπουζούκι και το λαϊκό τραγούδι.
Ο Γιώργος  Αμπάτης ή Μπάτης , ψευδώνυμο  του  Γιώργου Τσωρού, γεννήθηκε στα Μέθενα - στη Μούσκα
-
το 1886. 
Οταν ήταν οκτώ ετών η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά.
Πήρε το ψευδώνυμο  Αμπάτης ή Μπάτης
που  για λόγους ευκολίας προφοράς κατέληξε σε Μπάτης.Ο Γιώργος  Μπάτης ή Αμπάτης ( Τσωρός), 
χωρίς κανένας από τους δικούς του να είναι μουσικός, χωρίς να έχει κανέναν   να τον σπρώξει στο τραγούδι,
έγινε μουσικός ,στο σπίτι του διατηρούσε μια μεγάλη συλλογή από λαϊκά  και ρεμπέτικα όργανα. Είχε  μπουζούκια,  μπαγλαμάδες,  μισομπούζουκο, κιθάρα και  ρομβία (λατέρνα).
Στα 1931 άνοιξε έναν  καφενέ, το "Ζώρζ Μπατέ", στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη ( Ακτή Τζελέπη) που έμελλε
να γίνει λίκνο του λαϊκού μας τραγουδιού.
Η  αγάπη του για το μπουζούκι κάνει τον καφενέ του στέκι όλων των μπουζουξήδων  και των ρεμπέτηδων της  
εποχής. Εκεί σύχναζαν ο Βαμβακάρης, ο Στράτος, ο Δεληάς, ο Κερομύτης, Ο Μουφλουζέλης,
ο Γιάννης Παπαϊωάννου και άλλοι φίλοι του ρεμπέτικου.
Ο Γιώργος Μπάτης  είχε μια  παθολογική  αγάπη  για το μπουζούκι και το μπαγλαμά.
Ολοι  οι νέοι που ήθελαν  να μυηθούν στο μπουζούκι σύχναζαν στο καφενείο του (ντεκέ)  και μάθαιναν τα
«κόλπα» οργάνου.
Το 1932  ο Μπάτης δημιούργησε  το πρώτο λαϊκό συγκρότημα. Πήρε με το ζόρι το Μάρκο , το Στράτο μπουζουξή Δεληά.

Το 1937  του κλείνουν το καφενείο  στου Καραϊσκάκη, και τότε αναγκάζεται  να κάνει άλλο στο Γιουσουρούμ του Πειραιά. Και στο νέο του καφενέ συνεχίζει να διδάσκει το μπουζούκι.
Ο Γιώργος Μπάτης είχε κι άλλα παρατσούκλια: Ντερβίσης, Μάγκας του Πειραιά, Δάσκαλος.
Το Δάσκαλος  αφορούσε την προσφορά του στο λαϊκό τραγούδι.

Μέχρι τις 10 Μαρτίου του 1967 που  πέθανε  ο  Μπάτης, σύχναζε στο Ρολόϊ του   Πειραιά και στην κωλότσεπη   
είχε  πάντα κρυμμένο ένα μπαγλαμαδάκι.Μαζί μ αυτό τον έθαψαν.
Εγραψε πάρα πολλά  τραγούδια, που όλα σχεδόν έγιναν  επιτυχίες. Τα πιο γνωστά  είναι:

Η ΑΤΣΙΓΓΑΝΑ , ΜΑΓΚΕΣ ΚΑΡΑΒΟΤΣΑΚΙΣΜΕΝΟΙ, Ο ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ,  ΓΚΑΜΗΛΙΕΡΙΚΟ,
ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ (ΣΤΟ ΧΑΜΑΜ) ,  ΒΑΡΚΑ ΜΟΥ ΜΠΟΓΙΑΤΙΣΜΕΝΗ ,  ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΩΡΩΠΟΥ ,  
ΤΟ ΜΠΑΡΜΠΕΡΑΚΙ , Ο ΦΑΣΟΥΛΑΣ , ΟΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ , ΟΙ ΦΩΝΟΓΡΑΦΙΤΖΗΔΕΣ ,
ΤΑΞΙΜΙ ΑΘΗΝΑΙΚΟ ΚΑΙ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ, ΜΠΑΤΗΣ Ο ΔΕΡΒΙΣΗΣ,  ΣΟΥ ΄ΧΕΙ ΛΑΧΕΙ ,
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ και   ΖΕΜΠΕΚΑΝΟ ΣΠΑΝΙΟΛΟ
(Ζούλα σε μια βάρκα) κ.α

Νικος Μαθεσης

Ο Νίκος Μάθεσης ο Τρελάκιας (1907-1975) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο του ρεμπέτικου τραγουδιού. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους στιχουργούς του με σημαντική προσφορά, ενώ η καλλιτεχνική αξία του, σύμφωνα με τους ρεμπετολόγους, είναι μεγάλη. Παράλληλα όμως υπήρξε και μια προσωπικότητα μοναδική και προκλητική που έζησε κι έδρασε, πέρα από τα όρια και τις κοινωνικές συμβάσεις, στους ημιπαράνομους χώρους του Πειραιά και στο γκέτο της Δραπετσώνας. Εκεί επιβλήθηκε κι έγινε ένα ξεχωριστό πρόσωπο που έγραψε ιστορία στην εποχή του, στην πιάτσα του Πειραιά, στον υπόκοσμο και στον κόσμο των ρεμπέτηδων.
Νίκος Μάθεσης: Πορτρέτο (1969)Η μυθιστορηματική ζωή του ξεκινά από τη Σαλαμίνα, στην οποία γεννήθηκε το 1907. Γύρω στα 1916-1917 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στον Πειραιά, στον Άγιο Νικόλαο στο Τελωνείο. Ο πατέρας του, ο Γιώργος Μάθεσης, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Κεντρική Ιχθυαγορά του Πειραιά. Το 1922 ο Ν. Μάθεσης, σε ηλικία 15 ετών, βρέθηκε στην ψαραγορά κι από ‘κεί, όπου μεγάλωσε κι ανδρώθηκε, μπήκε, αργότερα, στην πιάτσα του Πειραιά.

Σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο προσπάθησε να γίνει από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελε να γίνει πρωτοπαλίκαρο και άρχισε να κάνει κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και το νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες κι οι νταήδες προπολεμικά τον υπολόγιζαν. Νόμος του ο νόμος της μαγκιάς. Ήταν πασίγνωστος. Μόλις έλεγε Νίκος Τρελάκιας, τον γνωρίζανε και οι πέτρες. Το 1938 μάλιστα έκανε και φόνο, όπου, βρισκόμενος σε άμυνα, σκότωσε τον Στρίγκλα, τον μάγκα και το φόβητρο της Φρεαττύδας.
Στη δισκογραφία του ρεμπέτικου μπήκε νωρίς, από το 1930, σαν ένας από τους πρώτους στιχουργούς του. Ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια («Μες στου Νικήτα τον τεκέ» και «Ο γεωργός») με τον Γιώργο Παπασιδέρη και συνεργάστηκε με όλους τους γνωστούς συνθέτες της περιόδου 1930-1939, Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη ή Ογδόντα, Δημήτρη Μπαρούση ή Μπαρού ή Λορέντζο, Μανόλη Χρυσαφάκη ή Φυστιξή, Γιώργο Μπάτη, Πέτρο Κυριακού, Ανέστη Δελιά ή Αρτέμη και φυσικά τον Στελλάκη Περπινιάδη(1934) με, το πασίγνωστο χασάπικο, τη θρυλική «Γάτα»:


Έδιωξα κι εγώ μια γάτα / πού’ χε γαλανά τα μάτια
σαν κοιμόμουνα τη νύχτα / μου’ χωνε βαθιά τα νύχια…
Τραγούδια του τραγούδησε και η υπέροχη και ανεπανάληπτη Ρόζα Εσκενάζυ. Τα τραγούδια του είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά εκείνης της περιόδου και σαν στιχουργός κατατάσσεται στους πρωτοπόρους του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού με ουσιώδη προσφορά στην ανάπτυξή του εκείνα τα χρόνια.
Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Σταύρο Τζουανάκο και με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το τραγούδι τους «Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά» ήταν από τις πιο μεγάλες επιτυχίες της εποχής(1950), ένα κλασικό ζεϊμπέκικο που παίζεται και τραγουδιέται μέχρι τις μέρες μας :

Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά / για τόχες παρακάνει
και στο Χατζηκυριάκειο, άμυαλη / άρχισες το σεργιάνι…

Τελευταίο του τραγούδι (ανέκδοτο) που ηχογραφήθηκε, μετά το θάνατό του, είναι το «Ένας λεβέντης έσβησε» (γραμμένο για το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη) με τον Γιώργο Νταλάρα στο δίσκο «Τα ρεμπέτικα της κατοχής» (1980).
Ο Νίκος Μάθεσης έχει κατακτήσει, άξια κι αδιαμφισβήτητα, την πρωταγωνιστική του θέση στην ρεμπέτικη ιστορία. Αποτελεί μοναδική περίπτωση πληρότητας και αυθεντικότητας, όπου λόγος και έργο ταυτίζονται στα πλαίσια ενός βίου ακραίου, προκλητικού, αλλά, συνάμα, και δημιουργικού. Πριν λίγα χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Να συλληφθεί το ντουμάνι» (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2004). Πρόκειται για μια σημαντική έρευνα, στην οποία συγκεντρώνονται συνεντεύξεις που ο Λ. Παπαδόπουλος είχε πάρει, το 1972,από παλιούς ρεμπέτες και τεκετζήδες.
Ο Μάθεσης έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στο βιβλίο, όχι μόνο λόγω της συνέντευξής του που περιέχεται σ’ αυτό, αλλά και γιατί είναι, άθελά του, αυτός που έδωσε και τον τίτλο του! Περιγράφει με τον χαρακτηριστικό λόγο του όλο το σκηνικό τεκές – τεκετζήδες – χασικλήδες – αστυνομία και καταλήγει αναφερόμενος στις εφόδους της αστυνομίας στους τεκέδες : «…Εν τω μεταξύ, με το μπραφ, έχουνε τσιλιαδόρους αυτοί. Χανότανε ο αργιλές. Ε, το ντουμάνι… Πάρε το ντουμάνι να το συλλάβεις! Και καν’ του μήνυση. Κατάλαβες;». Το κατάλαβε βέβαια ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και είχε έτοιμο φυσικά και τον τίτλο του βιβλίου του, «Να συλληφθεί το ντουμάνι», χάρη στην άμεση κι αυθεντική αφήγηση του Μάθεση, ενός δημιουργού που, τριάντα πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, ο λόγος του και το έργο του παραμένουν πάντα διαχρονικά.

Στρατος Παγιουμτζης

Ο Στράτος Παγιουμτζής γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1904. Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του και 33 χρόνια (16/11/1971) από τότε που «έσβησε» τραγουδώντας στη Νέα Υόρκη. Πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Από παιδί μπήκε στο μεροκάματο: αρχικά ψαράς κι έπειτα «γεμιτζής», δηλαδή βαρκάρης, που μετέφερε τρόφιμα και άλλα εφόδια στα καράβια που άραζαν «αρόδο» έξω απ' το λιμάνι.
Το μεγάλο πάθος του Στράτου ήταν το τραγούδι. Οπου κι αν βρισκόταν, στη θάλασσα, στην αγορά, στην ταβέρνα, μόλις ερχόταν στα μεράκια άρχιζε το τραγούδι. Γρήγορα γνωρίστηκε με την Πειραιώτικη παρέα του ρεμπέτικου. Μαζί με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά και Γιώργο Μπάτη έφτιαξαν την πρώτη αμιγώς μπουζουξίδικη λαϊκή ορχήστρα. Ηταν η «Τετράς του Πειραιώς», ονομασία που οφείλεται μάλλον στον «ανεκδιήγητο» Μπάτη, που συνήθιζε τους καθαρευουσιάνικους, αλλά και ξενικούς (Ζορζ Μπατέ!) όρους, σνομπάροντας τους «αριστοκράτες».
Το 1934 η κομπανία πρωτοεμφανίζεται στη μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά και γνωρίζει πολύ μεγάλη επιτυχία. Στην κομπανία τραγουδούν όλοι, όμως ο Στράτος είναι ο βασικός τραγουδιστής. Ο τζουράς ή μπαγλαμάς, που συνήθως κρατάει, είναι περισσότερο επειδή στα λαϊκά πάλκα όλοι έπρεπε να παίζουν, ενώ ουσιαστικά ο ρόλος του ως οργανοπαίκτη ήταν σχεδόν ανύπαρκτος (όπως αφηγείται η Αγγέλα Παπάζογλου, στη Σμύρνη ανέβαιναν στο πάλκο τραγουδιστές χωρίς να κρατούν όργανο. Αντίθετα, στον Πειραιά, για όποιον δεν κρατούσε όργανο έλεγαν: «Αυτόν για νταή τον έχουν;»).
Ο Στράτος του ρεμπέτικου
Την ίδια χρονιά ο Μάρκος ετοιμάζεται να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο (πρώτη παρουσία μπουζουξή στην ελληνική δισκογραφία). Ο Μάρκος πηγαίνει στην εταιρία για να παίξει τα τραγούδια του, αλλά όχι και να τα τραγουδήσει (πίστευε ότι δεν έχει καλή φωνή!), αφού στην κομπανία βασικός τραγουδιστής ήταν ο Στράτος. Ομως ο Σπύρος Περιστέρης, ο μαέστρος της εταιρίας, επιμένει να είναι ο Μάρκος ο ερμηνευτής των τραγουδιών του. Ετσι δημιουργείται το εξής παράδοξο: Στο λαϊκό πάλκο τα τραγούδια του Μάρκου να ερμηνεύονται - και - από το Στράτο, ενώ στη δισκογραφία τα ερμηνεύει ο Μάρκος μόνος του. Θα περάσουν σχεδόν τρία χρόνια μέχρι να ηχογραφήσει ο Στράτος τραγούδι του Συριανού φίλου του!
Ξεχωριστός ερμηνευτής
Σχεδόν παράλληλα με τον Μάρκο, ξεκινάει τη δισκογραφία και ο Γιώργος Μπάτης. Ηχογραφεί πρώτα το «Μπάτης ο δερβίσης» και ετοιμάζεται να ηχογραφήσει το «Ζεϊμπεκάνο σπανιόλο». Η κομπανία προβάρει το τραγούδι, ο Μπάτης όμως δεν μπορεί να τραγουδήσει. Ετσι το τραγούδι ηχογραφείται με τη φωνή του Στράτου και μάλιστα στον πολύ ψηλό τόνο που είχαν προβάρει για τον Μπάτη! Στη δεύτερη στροφή του τραγουδιού αναφέρεται και το παρατσούκλι του Στράτου που θα τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή:
«Ηταν ο Μπάτης και ο Αρτέμης
και ο Στράτος ο "τεμπέλης"».
Ακολουθούν κι άλλα τραγούδια με τον Γιώργο Μπάτη («Οι σφουγγαράδες», «Μάγκες καραβοτσακισμένοι») και το 1936 ο Στράτος τραγουδά σε δίσκους τραγούδια και του τέταρτου της παρέας, του Ανέστη Δελιά («Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τον άντρα σου και μένα» κ.ά.). Επίσης ηχογραφεί περίφημους μανέδες με μοναδικό προσωπικό εκφραστικό στιλ, αλλά και με στιχάκια που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα για αιώνες, στοιχεία που συχνά «δένουν» τους ανατολίτικους μικρασιάτικους μανέδες με το δημοτικό μας τραγούδι.
Με τους Μιχάλη Γενίτσαρη, Γιώργο Ζαμπέτα, Βαγγέλη Περπινιάδη (δεύτερος από αριστερά ο Στράτος)
«Ανοίξετε τα μνήματα, τα κόκαλα σκορπίστενα δούμε αν τον πλούσιο απ' το φτωχό γνωρίστε»
(Παρόμοιο δίστιχο αναφέρεται πέντε αιώνες πριν στο βυζαντινό «Αλφάβητο»: «Εύρε μνημείο ανοιχτό και ανατάραξέ το...», βλέπε Νέαρχου Γεωργιάδη: «Ο Ακρίτας που έγινε ρεμπέτης»).
Τα τρία - τέσσερα πρώτα χρόνια της δισκογραφίας των Πειραιωτών ο Στράτος συμμετέχει στις περισσότερες ηχογραφήσεις, ακόμα κι όταν δεν τραγουδάει. Σε πολλά απ' τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου παίζει μπαγλαμά ή ποτηράκια, ενώ δεκάδες είναι οι δίσκοι όπου η φωνή του χαιρετίζει τους συμμετέχοντες στην ηχογράφηση («Γεια σου Μάρκο με τις ζωντανές σου τις πενιές σου», «Γεια σου Σπύρο μου με το μπουζουκάκι σου»). Καμιά φορά χαιρετίζει και τον εαυτό του! («Γεια σου και σένα ρε Στράτο με τον τζουρά σου»). Δεν επρόκειτο για πράξη ματαιοδοξίας. Ηταν ο πιο απλός και ταυτόχρονα ο πιο άμεσος τρόπος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ρεμπέτη, η ατράνταχτη απόδειξη του «εγώ παίζω εδώ».
Συνεργασίες με μεγάλους ρεμπέτες δημιουργούς
Στα μέσα της δεκαετίας του '30 η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή είναι ήδη μύθος. Από τότε αναφέρεται μόνο με το μικρό του όνομα, ακόμα και σε ετικέτες δίσκων. Το 1935 τον χρησιμοποιεί ως ερμηνευτή ο Βαγγέλης Παπάζογλου («Σαν εγύριζα απ' την Πύλο») και από το 1937 και άλλοι μεγάλοι Μικρασιάτες δημιουργοί: Ο Παναγιώτης Τούντας («Περσεφόνη μου γλυκιά», «Είν' ευτυχής ο άνθρωπος» κ.ά.), ο Κώστας Σκαρβέλης («Σε γελάσανε», «Ο κόσμος πλούτη λαχταρά» κ.ά.) και ο Σπύρος Περιστέρης («Θαλασσινό μεράκι», «Για σένα μαυρομάτα μου» κ.ά.).
Το 1938 ο Στράτος πάει στην εταιρία τον πιτσιρικά μπουζουξή Μανώλη Χιώτη. Θα του τραγουδήσει μάλιστα το δεύτερο τραγούδι του («Δε λες το ναι και συ») και θα τον οδηγήσει στη συνεργασία με τον Δημήτρη Γκόγκο («Μπαγιαντέρα»). Ο Στράτος τραγούδησε μερικά απ' τα καλύτερα τραγούδια του «Μπαγιαντέρα» («Γυρνώ σαν Νυχτερίδα» με μπουζούκι τον Χιώτη, «Χατζηκυριάκειο» με μπουζούκι τον Βασίλη Τσιτσάνη κ.ά.).
Με τον Τσιτσάνη γνωρίστηκε μερικούς μήνες νωρίτερα, ξεκινώντας μαζί του μια πολύχρονη συνεργασία. Δεκάδες πασίγνωστα τραγούδια του Τσιτσάνη πρωτοηχογραφήθηκαν με τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με την επιτυχία τους.
Μετά την Κατοχή, όταν οι δισκογραφικές εταιρίες ξανανοίγουν, ο Στράτος συνεχίζει τη συνεργασία του με τους παλιότερους λαϊκούς δημιουργούς (Μάρκο, Τσιτσάνη, Χιώτη κλπ.) και με τους πιο αξιόλογους νέους, όπως ο Απόστολος Καλδάρας («Πάνω σ' ένα βράχο»), ο Γιώργος Μητσάκης («Μάγκας βγήκε για σεργιάνι») κ.ά. Θα συνεχίσει στη δισκογραφία ως τα μέσα της δεκαετίας του '50.
Ο Στράτος ήταν ένας αγαθός λαϊκός τύπος. Πλακατζής, φωνακλάς και αθυρόστομος, πράγμα που ενοχλούσε τους «καθώς πρέπει» τύπους των εταιριών, που δεν ήθελαν να τον βλέπουν ούτε ...ζωγραφιστό! Εκτός αυτού, ο Στράτος αντιπροσώπευε τη γενιά του γνήσιου πειραιώτικου ρεμπέτικου. Ετσι, όταν γύρω στο '55 οι εταιρίες «ξεφορτώνονται» τους παλιούς, ο Στράτος (μαζί με τους Μάρκο και Χατζηχρήστο) είναι απ' τα πρώτα θύματα. Κρίμα κι άδικο, καθώς ο Στράτος βρίσκεται στην καλύτερη ίσως στιγμή της καριέρας του.
Το 1960, όταν ο Μάρκος επανέρχεται στη δισκογραφία με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, τότε επανέρχεται και ο Στράτος μέσω του φίλου του, Γιώργου Ζαμπέτα. Ο Ζαμπέτας, εκμεταλλευόμενος την «πέραση» που είχε στις εταιρίες, ξαναβάζει τον Στράτο στα στούντιο με προπολεμικά ρεμπέτικα του Χατζηχρήστου, του Τσιτσάνη και άλλων παλιών. Κάνοντας «επίδειξη δύναμης» στις εταιρίες, τον βάζει να πει και ένα μανέ (το περίφημο «Μινόρε του Στράτου»), πράγμα αδιανόητο για την εποχή.
Εκτός απ' τη δισκογραφία, ο Στράτος επανέρχεται στα λαϊκά πάλκα, όπου δούλευε ασταμάτητα απ' το 1934 έως το 1955. Ετσι, τη δεκαετία του '60 θα ξαναδουλέψει με τον - επί 40 σχεδόν χρόνια - φίλο και συνεργάτη του Μάρκο Βαμβακάρη, με τον Γιώργο Λαύκα και άλλους λαϊκούς δημιουργούς.
Τον Οκτώβρη του 1971 κατάφερε να βγάλει διαβατήριο (μετά από πολλά «ζόρια», καθώς το 1937 είχε συλληφθεί για χρήση χασίς και πήγε εξορία) και να πάει στη Νέα Υόρκη. Δούλεψε στη «Σπηλιά» όπου αποθεωνόταν απ' τους ομογενείς. Στις 16 Νοέμβρη, βεβαρημένος απ' τη μεγάλη συγκίνηση και την υπερένταση, «έσβησε» πάνω στο πάλκο. Για να τον γυρίσουν στην πατρίδα και να τον κηδέψουν, χρειάστηκε να γίνει έρανος (!!!) από παλιούς φίλους και συνεργάτες του (τα έξοδα της κηδείας τα πλήρωσε ο Ζαμπέτας), αφού - όπως οι περισσότεροι παλιοί ρεμπέτες έτσι και ο Στράτος - έκανε πολλούς πλούσιους, ενώ ο ίδιος ήταν πάντα άφραγκος.
Η προσφορά του Στράτου είναι αναμφισβήτητα μεγάλη. Πολλοί δημιουργοί αναδείχτηκαν μέσα απ' τη φωνή του, ενώ σε κάποιους άνοιξε τις πόρτες της δισκογραφίας. Τραγούδησε πολλές εκατοντάδες τραγούδια σε δίσκους, τα περισσότερα από κάθε άλλο λαϊκό τραγουδιστή. Υπάρχουν και αρκετά τραγούδια όπου αναφέρεται και ως δημιουργός, πράγμα που μπορεί να ισχύει για τους στίχους, αλλά είναι απίθανο να ισχύει και για τη σύνθεση, αφού είναι γνωστό πως ο Στράτος δεν έγραφε μουσική και μάλλον πρόκειται για «τραγούδια - δώρα» απ' τους δημιουργούς που τους βοήθησε να καταξιωθούν. Οι μεγάλοι λαϊκοί δημιουργοί τον χαρακτήριζαν σαν το μεγαλύτερο τραγουδιστή της κλασικής εποχής του ρεμπέτικου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».

Ανεστης Δελιας


Ο Ανέστης Δελιάς (Δέλιος το πραγματικό του επίθετο), ίσως η πλέον τραγική φιγούρα στο χώρο του ρεμπέτικου τραγουδιού, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1912 και πέθανε ηρωϊνομανής στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1944. Καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο παππούς του Σιδερής Δέλιος έπαιζε βιολί, ο πατέρας του Παναής (με παρατσούκλι Μαύρη Γάτα) σαντούρι και ο θείος του Μιχάλης, βιολί.
Ο Ανέστης με τη μητέρα του Φωτεινή, έγκυο στη μικρότερη αδελφή του Ελένη, και την άλλη αδελφή του Στέλλα, έρχονται πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σμύρνης, ενώ ο πατέρας του έχει σκοτωθεί από τους Τούρκους. Στην Ελλάδα ο Ανέστης δουλεύει σε διάφορες δουλειές για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός. Αρχικά έπαιζε κιθάρα, στη συνέχεια μπαγλαμά και μετά το 1930 μπουζούκι.
Γύρω στα 1930 δουλεύει σε ταβέρνα στη Δραπετσώνα. Εκεί γνωρίζεται με πολλούς μπουζουξήδες από τους παλιότερους (Νίκος Αϊβαλιώτης, Σκούρτης ο τυπογράφος, κ.ά) αλλά και τους νεότερους (Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής κ.ά.). Πήρε μέρος στην πρώτη ρεμπέτικη κομπανία με το Μάρκο Βαμβακάρη, το Γιώργο Μπάτη και το Στράτο Παγιουμτζή που εμφανίστηκε στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση του Πειραιά το 1934. Τότε γνωρίζεται με τη Νταίζη Σταυροπούλου, η οποία τον ερωτεύεται παράφορα.
Μοιραίο ρόλο στη ζωή του έπαιξε, από το 1937 που τη γνώρισε, μια πόρνη από τα μπουρδέλα των Βούρλων η Κ. Σκουλαρίκα ή Σκουλαρικού που τον ρίχνει στην πρέζα. Μάταια προσπαθεί ο φίλος του Μήτσος Καρυδάκιας (μπουζουξής, συνθέτης του σπουδαίου τραγουδιού "Αφότου εγεννήθηκα" που δολοφονήθηκε στα 1942) να τον βοηθήσει νακόψει την πρέζα. Το 1938 ο Μ. Γενίτσαρης τον βρίσκει εξόριστο ως τοξικομανή στη Νιό. Τον βοηθάει να κόψει την πρέζα. Όταν επιστρέφει από την εξορία για να ξεφύγει από τη Σκουλαρικού και την πρέζα φεύγει με τη Νταίζη Σταυροπούλου για τη Θεσσαλονίκη. Δουλεύει εκεί για μικρό διάστημα και τελικά παρατάει τη Νταίζη στη Θεσσαλονίκη (όπου την ανακαλύπτει ο Τσιτσάνης και αρχίζει η δικογραφική της καριέρα), επιστρέφει στην Αθήνα και στην πρέζα. Με τη βοήθεια του Στράτου Παγιουμτζή και του Μπαγιαντέρα καταφέρνει και πάλι να την κόψει, αλλά για λίγο.
Το καλοκαίρι του 1944 παίζουν μαζί στου Βλάχου, ο Ανέστος, ο Στράτος και ο Γενίτσαρης. Παρά την πείνα και την εξαθλίωση ο Ανέστος εξακολουθεί να παίρνει ηρωΐνη. Έτσι, ένα πρωί τον μαζεύει το κάρο του δήμου, άψυχο έξω από τον τεκέ του Ντανάκουλη στο Μεταξουργείο.

Νταιζυ Σταυροπουλου

Γεννημένη στις αρχές της δεκαετίας του 1910, στο Άργος, βρίσκεται στα 1933 στην Αθήνα όπου μέσω ενός εξαδέλφου της γνωρίζεται με το Μήτσο Καρυδάκη ή Καρυδάκια, -ερασιτέχνης μπουζουξής, «αφανές» μέλος της παρέας του Πειραιώτικου ρεμπέτικου και πολύ καλός φίλος του Ανέστη Δελιά. Μέσω του Καρυδάκια, γνωρίζεται με τον Ανέστη Δελιά, όταν η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά» εμφανιζόταν στη μάντρα του Σαραντόπουλου.
Αφηγείται η ίδια σε συνέντευξή της στον Κώστα Χατζηδουλή:
«..μου είπανε να είμαι πολύ προσεκτική, όταν θα μπαίναμε στο μαγαζί. Να μην κοιτάω ούτε δεξιά ούτε αριστερά, παρά μόνο μπροστά κατευθείαν στο πάλκο, γιατί οι άντρες που πήγαιναν εκεί ήταν ζόρικοι, πολύ σκληροί και ψόφαγαν για παρεξήγηση. … Με κοίταζε ο Ανέστης, τον κοίταζα κι εγώ…Και τότε ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλο…»
Ο Δελιάς είχε ήδη αρχίσει να γράφει και να ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια. Σε πολλές από τις πρόβες που έκανε ο Δελιάς με τον Καρυδάκια στα τραγούδια του παρευρισκόταν και η Νταίζυ. Σύντομα όμως ο Ανέστης πέφτει στην πρέζα. Στα 1938, η Νταίζυ για να τον γλυτώσει φεύγει μαζί για τη Θεσσαλονίκη, όπου ο Ανέστης κάνει κάποιες εμφανίσεις στου «Κέρκυρα» (ταβέρνα σε μια κακόφημη περιοχή στην οδό Ειρήνης). Εκεί την συναντάει ο Τσιτσάνης (με προτροπή του Τούντα) που υπηρετούσε τη θητεία του στο Τάγμα τηλεγραφητών. Τον επόμενο χρόνο η Νταίζυ ηχογραφεί τα πρώτα τραγούδια της, συνθέσεις όλα του Βασίλη Τσιτσάνη: «Φίνα θα την περνάμε», (δίσκος Columbia DG-6547), «Μικρή μικρή σ’ αγάπησα» και η «Σκληρόκαρδη» (δίσκος HMV ΑΟ 2637).
Η μεγαλύτερη επιτυχία της, το τραγούδι που ουσιαστικά την έκανε γνωστή σ’ όλη την Ελλάδα ήταν το «Αφού μ' αρέσει να γυρνώ» (δίσκος HMV AO-2655 του 1940). Η ίδια αφηγείται:
«…Ήταν μεσημέρι και είχα πιει κανά-δυο ουζάκια,.., και ο Φαλτάϊτς [1] φαίνεται ότι τον πήρε η μυρωδιά του ούζου.
–Νταίζυ μυρίζεις ούζο, μου λέει.
–Κύριε Φαλτάϊτς, του λέω, μ’ αρέσει, κι αφού μ’ αρέσει και να γυρνώ ακόμα, τον κόσμο τι τον μέλλει; Τα λόγια του τα αψηφώ, κι ας λέει ότι θέλει!.
Ήτανε εκεί και ο Βασιλειάδης και ο Τσιτσάνης. Μ’ άρπαξε αγκαλιά ο Τσάντας και μου λέει:
-Νταίζυ μου, να σε φιλήσω, τι είπες τώρα;
Φεύγουμε και οι τρεις και πάμε σ’ ένα καφενεδάκι, …, και κάτσαμε για να φτιάξουμε το τραγούδι.»
Μέχρι το κλείσιμο του εργοστασίου παραγωγής δίσκων το 1941 μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, η Νταίζυ ηχογράφησε όχι μόνο τραγούδια του Τσιτσάνη, αλλά και του Τούντα, του Σκαρβέλη, του Κοσμαδόπουλου, του Κηρομύτη, του Χρυσίνη, του Μπαξιβανόπουλου κ.ά.
Η φωνή της Νταίζης –η οποία δεν ανέβηκε ποτέ στο πάλκο των λαϊκών κέντρων- έμοιαζε με αυτήν του Στράτου Παγιουμτζή, γι’ αυτό και αποκλήθηκε και «Θηλυκός Στράτος». Όμως η επιτυχία της, εξόργισε το Στράτο με αποτέλεσμα να ξεσπάσει μεταξύ των δύο σπουδαίων καλλιτεχνών, γερή κόντρα.
Μετά την κατοχή, η Νταίζυ ηχογραφεί μόνο δύο τραγούδια, συνθέσεις του Βασίλη Τσιτσάνη : «Μαζί μου δεν ταιριάζεις» και «Στον Άγιο Κωνσταντίνο» (δίσκος Columbia DG-6617). Στη συνέχεια παντρεύεται. Ο άντρας της δε θέλει να ξανατραγουδήσει σε δίσκους. Έτσι αν και έχει αποκλειστικό συμβόλαιο με τη Columbia και παρά τις πιέσεις και απειλές από την εταιρεία, η Νταίζυ παύει οριστικά το τραγούδι. Όλα αυτά τα χρόνια και μέχρι το θάνατό της στα 1994:
«…πήγαινα στα διάφορα κέντρα και άκουγα τους παλιούς συναδέλφους. Χόρευα και κανένα ζεϊμπέκικο…»
αφηγείται η ίδια.


Μάρκος Βαμβακάρης


Ο Μάρκος προέρχονταν από φτωχή και πολυμελή οικογένεια. Γονείς του ήταν ο Δομένικος Βαμβακάρης και η Ελπίδα Προβελλεγίου. Είχε άλλα πέντε αδέλφια: Τον Λέανδρο, τον Φραγκίσκο, τον Αργύρη Βαμβακάρη, τη Ρόζα και τη Γκράτσια. Το 1912, η επιστράτευση του πατέρα του τον αναγκάζει να εγκαταλείψει το σχολείο πριν τελειώσει την τετάρτη τάξη και να δουλέψει στο κλωστήριο μαζί με τη μητέρα του. Στη συνέχεια έκανε πολλές δουλειές, όπως παραγιός σε μπακάλικα, σε χασάπικα, εφημεριδοπώλης και λούστρος, ώσπου ένα άτυχο περιστατικό το 1917 τον αναγκάζει να μπει λαθρεπιβάτης σε ένα βαπόρι και να το σκάσει από τη Σύρο για τον Πειραιά. Εκεί ξεκίνησε να δουλεύει ως γαιανθρακεργάτης και εννέα μήνες μετά εγκαθίσταται όλη η οικογένεια. Στον Πειραιά δούλεψε σαν γαιανθρακεργάτης, χαμάλης στα τελωνεία και κατέληξε εκδορέας στα σφαγεία. Το 1942 παντρεύεται με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του Βαγγελιώ πράγμα που αποτέλεσε και την αιτία του αφορισμού του από την καθολική εκκλησία, λόγω της άρνησης της επισκοπής να ακυρώσει τον πρώτο καθολικό γάμο που είχε τελέσει σε πολύ μικρή ηλικία με την περιβόητη Ζιγκοάλα την πρώτη του γυναίκα. Ο αφορισμός έληξε γύρω στο 1966 αφού είχε ήδη αρχίσει η δεύτερη καριέρα του Μάρκου Βαμβακάρη. Από τη δεύτερη σύζυγο απέκτησε 3 παιδιά, το Βασίλη, το Στέλιο και τον Δομίνικο.  

Η ενεργητική του ενασχόληση με τη μουσική άρχισε λίγο πριν πάει στρατιώτης το 1924-25, όταν άκουσε κατά τύχη ένα φίλο του πατέρα του, το Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι. Μέσα σε έξι μήνες έμαθε το όργανο μόνος του, με μόνη καθοδήγηση τα ακούσματα από παλαιούς μπουζουκοπαίχτες που συναντούσε στους τεκέδες της εποχής. Παρ’ότι χειριζόταν πολύ καλά το όργανο, δεν έπαιζε επί πληρωμή, παρά μόνο με φίλους σε τεκέδες, μέχρι το 1934, οπότε λόγω οικονομικών αναγκών και μετά από παρότρυνση του βιολιτζή Βραχάμ συμμετείχε σε ορχήστρα επί πληρωμή. Λίγο καιρό αργότερα, το καλοκαίρι του 1934 συστήνει την πρώτη λαϊκή ορχήστρα, στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση Πειραιώς, την περίφημη «Τετράδα του Πειραιώς», αποτελούμενη από τον ίδιο και τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή, Ανέστη Δελιά. Ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να γράφει δικά του τραγούδια από το 1928-29, αλλά η καριέρα του στη δισκογραφία ξεκινά το δεύτερο εξάμηνο του 1932 στη νεόδμητη τότε Ελληνική Columbia όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι το «Εφουμάραμ’ένα βράδυ» και το οργανικό «Σερφ ταξίμι» στην άλλη πλευρά του δίσκου. Ακολούθησε μια λαμπρή και πολύ παραγωγική καριέρα, τόσο στις δισκογραφικές εταιρείες όσο και στα νυχτερινά κέντρα, η οποία δε σταμάτησε ούτε την περίοδο της κατοχής. Παρ’όλ’αυτά, το 1950 ο Μάρκος Βαμβακάρης αρρωσταίνει από αρθρίτιδα, πράγμα που οδηγεί στην πλήρη καλλιτεχνική του απομόνωση. Ζει στην ανέχεια, κυρίως με περιοδείες στην επαρχία και σε πανηγύρια μέχρι το 1959 οπότε και τον καλεί ο Βασίλης Τσιτσάνης, ως νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia, για να ηχογραφήσει νέα και παλιά τραγούδια του με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Στο σημείο αυτό αρχίζει η δεύτερη καριέρα του συνθέτη, ο οποίος είχε την τύχη να δει το έργο του αναγνωρισμένο. Πέθανε στο σπίτι του στην Κοκκινιά στις 8 Φεβρουαρίου του 1972.
Στους δίσκους, ο Μάρκος Βαμβακάρης συνήθως έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε ο ίδιος. 

Δισκογραφία

Τα ηχογραφημένα τραγούδια του Βαμβακάρη υπερβαίνουν τα 200. Η πλειοψηφία από αυτά ηχογραφήθηκε σε δίσκους 78 στροφών μεταξύ των ετών 1933 και 1956. Από το 1932 μέχρι το 1960 ηχογράφησε 149 τραγούδια δικής του σύνθεσης και 220 ως ερμηνευτής (131 δικά του και 89 άλλων δημιουργών) μεταξύ των οποίων συνθέσεις του Σπύρου Περιστέρη (30 τραγούδια), του Βασίλη Τσιτσάνη (24 τραγούδια), του Απόστολου Χατζηχρήστου (7 τραγούδια) και άλλων. Για να αποφύγει την περίπτωση κατάσχεσης των πνευματικών του δικαιωμάτων λόγω της δικαστικής αντιπαράθεσης με την πρώτη του σύζυγο, χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμο το όνομα του παππού του , Ρόκος, ενώ αρκετά τραγούδια του έχουν κατοχυρωθεί στο όνομα φίλων του όπως του Γ. Φωτίδα, της Αθ. Παγκαλάκη ή Φωτίδα, του Μ. Μάτσα και άλλων. 



Στελλάκης Περπινιάδης


Ο Στελλάκης Περπινιάδης γεννήθηκε στην Τήνο το 1899. Ήταν το τελευταίο παιδί της 11μελούς οικογένειας από τα οποία έζησαν μόνο τα πρώτα δυο αδέλφια, ο Ηλίας και η Ευγενία. Από το 1900 μέχρι το 1906 έζησε στην Αλεξάνδρεια, μετέπειτα μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι και το 1919, ενώ αργότερα βρίσκεται στην Σμύρνη και στην Πόλη ως στρατιώτης του Ελληνικού στρατού. Ο πατέρας του δούλεψε για αρκετά χρόνια στο φούρνο του αδελφού του στον Γαλατά ενώ αργότερα μοίραζε ψωμί στα σπίτια με τη βοήθεια του μικρού Στελλάκη. Παράλληλα με το σχολείο ο μικρός Στελλάκης πήγαινε τακτικά και στην εκκλησία του Άγιου Ιωάννη των Χίων στον Γαλατά όπου έμαθε και να ψέλνει πλάι σε πολύ καλούς ψάλτες της εποχής. Στην Σμύρνη έμεινε μέχρι την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922. Με τις τραγικές μέρες της καταστροφής περνάει με τους μετανάστες στα Μεστά της Χίου (το χωριό της μητέρας του) και καταλήγει στον Πειραιά στην περιοχή της Δραπετσώνας. Μέχρι το 1925 ο Σταλλάκης Περπινιάδης εργάζεται σε χρωματοπωλείο ενώ παράλληλα συνεχίζει την ενασχόληση του ως ψάλτης. Την περίοδο κατά τα τέλη το 1930 ο Στελλάκης Περπινιάδης βρίσκεται και εργάζεται, στο μαγαζί του, στην περιοχή του Χαϊδαρίου. Πεθαίνει τον Σεπτέμβριο του 1977 στο σπίτι του στο Χαϊδάρι.  


Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκινάει με την βοήθεια του μουσικού Μ. Μαργαρώνη, που τον παρακινεί να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι, του αγοράζει την πρώτη του κιθάρα και του κάνει τα πρώτα του μαθήματα. Ο Στελλάκης Περπινιάδης βγαίνει γρήγορα στο μουσικό στερέωμα τραγουδώντας σε ιδιωτικές γιορτές και γνωστά καφενεία του Πειραιά και της Δραπετσώνας. Για παράδειγμα η μαρτυρία του τραγουδιστή-κιθαρίστα Γιάννη Χατζή-Αγορόπουλου θέλει τον Στελλάκη Περπινιάδη να βρίσκεται, το καλοκαίρι το 1934, στο κέντρο του Σαραντόπουλου, στη Δραπετσώνα μαζί με τον Γιώργο Κάβουρα, τον Κώστα Νούρο και άλλους μουσικούς. Στην συνέχεια η «κομπανία των Μικρασιατών» βρίσκεται σε κέντρο στην πλατεία της Κοκκινιάς. Σταυροδρόμι στην καλλιτεχνική του καριέρα είναι η συνάντηση του με τον Παναγιώτη Τούντα το 1929-1930. Τη περίοδο εκείνη ο Παναγιώτης Τούντας του δίνει να τραγουδήσει το «Κουκλί της Κοκκινιάς» σε δεύτερη εκτέλεση (η πρώτη ήταν με τον Κώστα Ρούκουνα), το «Στον Ποδονίφτη» και δυο αμανέδες. Τον πρώτο καιρό ο Στελλάκης Περπινιάδης θα βγάλει μερικά ακόμα τραγούδια (7 με την Odeon και 6 με την Parlophone, και στην συνέχεια θα υπογράψει με την Columbia συμβόλαιο τραγουδιστή. Προς το τέλος του 1930 ανοίγει δικό του κέντρο στα Κουνέλια Χαϊδαρίου όπου περνούν όλα τα μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου χώρου, μεταξύ άλλων και ο καλός του φίλος Γιώργος Κάβουρας, ο οποίος και αφήνει σε αυτό την τελευταία του πνοή από εγκεφαλικό σε ηλικία 34 ετών. Την περίοδο 1946, με την επαναλειτουργία της Columbia στον Περισσό, ο Περπινιάδης εμφανίζεται δυναμικά στην δισκογραφία συνεργαζόμενος με νεότερους συνθέτες.
Κατά την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία γνωρίστηκε με μεγάλους δημιουργούς όπως ο Δημήτρης Σέμσης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Εμμανουήλ Χρυσαφάκης, ο Γιοβάν Τσαούς, ο Κώστας Καρίπης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Στέλιος Χρυσίνης, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Μιχάλης Γενίτσαρης καθώς και νεότερους (όπως ο Γιώργος Μητσάκης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Κώστας Καπλάνης, ο Δημήτρης Σωφρονίου κ.α.) «βροντερούς» συνθέτες του ρεμπέτικου τραγουδιού. Σημαντική συνεργασία είχε και με τραγουδιστές και τραγουδίστριες όπως η Ρόζα Εσκενάζυ, η Άννα Πολίτισσα, η Ρίτα Αμπατζή, ο Στράτος Παγιουμτζής και άλλοι.
Στα 30 χρόνια της δισκογραφικής του σταδιοδρομίας ο Στελλάκης Περπινιάδης ηχογράφησε περίπου 400 τραγούδια. Σημαντική υπήρξε και η βοήθεια του σε πρώτες εμφανίσεις ή ξεκινήματα πολλών νέων ερμηνευτών όπως η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου, την οποία έβαλε να τραγουδήσει το 1947 στο κέντρο «Φλώριδα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, κ.α. 

Γιοβαν Τσαους


Ο Γιάννης Εϊτζιρίδης ήταν ποντιακής καταγωγής. Γεννήθηκε στην Κασταμονή του Ικονίου της Μικράς Ασίας στα 1893. Ασχολήθηκε από μικρή ηλικία με τη μουσική, παίζοντας ταμπούρ και άλλα έγχορδα (βιολί, ούτι κ.ά.). Όντας Τούρκος υπήκοος υπηρέτησε στον Τούρκικο Στρατό με το βαθμό του Λοχία (Τσαούς), γι’ αυτό και απέκτησε το παρατσούκλι Γιοβάν Τσαούς. Πριν ακόμη τη Μικρασιατική καταστροφή, είναι πασίγνωστος ως μουσικός στη Μικρά Ασία, σε σημείο που να καλείται από το σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ για να παίξει στην αυλή του. Με τη Μικρασιατική καταστροφή, ο Γιοβάν Τσαούς βρίσκεται από τα παλάτια του Αβδούλ Χαμίτ, στα προσφυγικά υπόστεγα του Πειραιά. Μετά τα πρώτα δύσκολα χρόνια, η οικογένεια του κατόρθωσε να φτιάξει ένα διώροφο σπίτι, κοντά στις εγκαταστάσεις του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς, στην επέκταση των γραμμών του σιδηροδρομικού σταθμού του Πειραιά.
Στην Ελλάδα δε δούλεψε καθόλου σαν επαγγελματίας μουσικός. Έπαιζε και έγραφε για το κέφι του. Δεν ανέβηκε ποτέ σε πάλκο, με τη μορφή που πήρε στην Ελλάδα τα χρόνια εκείνα.
Δεν παίζω εγώ για να χορεύουν οι πουτάνες, έλεγε.
Ζούσε κάνοντας το ράφτη με βοηθό τη γυναίκα του Αικατερίνη, το γένος Καραγιώργη Χουρμούζη, στο
Έπαιζε για το κέφι του και τους φίλους του. (Τρίτος από δεξιά ο Γιοβάν Τσαούς και δίπλα του ο Νίκος "Τρελλάκιας" Μάθεσης)
Έπαιζε για το κέφι του και τους φίλους του. (Τρίτος από δεξιά ο Γιοβάν Τσαούς και δίπλα του ο Νίκος "Τρελλάκιας" Μάθεσης)
 
ραφείο που εγκατέστησε στο ισόγειο του σπιτιού τους. Το 1930-31 νοίκιασαν και λειτούργησαν ένα μαγειριό-ουζερί προς το Πέραμα. Μετά το 1932 μετέτρεψε το ραφείο σε ουζερί.
Ο Γιοβάν Τσαούς απέκτησε τη φήμη του μεγαλύτερου δεξιοτέχνη μπουζουξή της εποχής του (φήμη που κατά ένα μέρος οφείλεται στα ατελείωτα ταξίμια του αλλά και στα «περίεργα» μουσικά του όργανα που κανείς άλλος από τους Πειραιώτες μπουζουξήδες δε μπορούσε να παίξει) με άριστες γνώσεις των δρόμων (μακάμ) της ανατολίτικης μουσικής τις οποίες μετέδωσε και σε άλλους σύγχρονούς του λαϊκούς δημιουργούς.
Την περίοδο 1935-37 κυρίως, φωνογραφεί στο όνομά του μια σειρά τραγουδιών και συμμετέχει στην ηχογράφηση λιγοστών τραγουδιών άλλων συνθετών, όπως για παράδειγμα του Τούντα. Ουσιαστικά παύει και αυτός (όπως και ο Βαγγέλης Παπάζογλου, κ.ά.) να φωνογραφεί μετά την επιβολή της Μεταξικής λογοκρισίας.
Το 1937 μετακόμισαν στην Κοκκινιά. Ο Γιοβάν Τσαούς πέθανε ξαφνικά τον Οκτώβριο του 1942 από δηλητηρίαση: Έφαγε τηγανόψωμο που έφτιαξε με χαλασμένο αλεύρι που το βρήκε σε ένα βομβαρδισμένο πλοίο στον Πειραιά. Λίγες ώρες αργότερα, από την ίδια αιτία, πέθανε και η γυναίκα του.


Ο Γιοβάν Τσαούς έγραψε αρκετά ρεμπέτικα αριστουργήματα αλλά φωνογράφησε μόνο δώδεκα στο όνομά του. Οι στίχοι των τραγουδιών του οφείλονται κυρίως στη γυναίκα του (ενώ σε ορισμένα οι στίχοι διορθώθηκαν από το στιχουργό Γιάννη Λελάκη, τον μετέπειτα συνεργάτη του Απόστολου Χατζηχρήστου). Από το σπίτι τους, η θέα των πρεζάκηδων που έβρισκαν καταφύγιο στα βαγόνια του τραίνου, θα συγκινήσει βαθειά το ζεύγος Εϊτζιρίδη και θα γράψει μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα με θεματολογία γύρω από τα ναρκωτικά, όπως για παράδειγμα το τραγούδι «Ο πρεζάκιας» (που μαζί με το «Ο πόνος του πρεζάκια» του Δελιά είναι ίσως τα συγκλονιστικότερα τραγούδια του είδους).
Τα τραγούδια του τραγούδησαν ο ερασιτέχνης τραγουδιστής, μηχανουργός στο επάγγελμα Αντώνης Καλυβόπουλος και ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο οποίος έγραψε και τους στίχους σε τρία τραγούδια («Βλάμισσα», «Η Ελένη η ζωντοχήρα» και «Γελασμένος») του Γιοβάν Τσαούς με τον όρο να τα τραγουδήσει ο ίδιος (γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσει η συνεργασία του Γιοβάν Τσαούς με τον Καλυβόπουλο).
Τα τραγούδια του:
  1. Κατάδικος (δίσκος Columbia DG-6192 του 1936) με τον Αντώνη Καλυβόπουλο
  2. Ο πρεζάκιας (δίσκος HMV AO-2295 του 1936) με τον Αντώνη Καλυβόπουλο
  3. Γιοβάν Τσαούς (δίσκος HMV AO-2295 του 1936) με τον Αντώνη Καλυβόπουλο
  4. Πέντε μάγκες (δίσκος Columbia DG-6192 του 1936) με τον Αντώνη Καλυβόπουλο
  5. Παραπονούνται οι μάγκες μας (δίσκος HMV AO-2321 του 1936) με τον Αντώνη Καλυβόπουλο
  6. Η Ελένη η ζωντοχήρα (δίσκος HMV AO-2321 του 1936) με τον Αντώνη Καλυβόπουλο
  7. Βλάμισσα (δίσκος Columbia DG-6242 του 1936) με το Στελλάκη Περπινιάδη
  8. Μάγκισσα (δίσκος Columbia DG-6242 του 1936) με το Στελλάκη Περπινιάδη
  9. Σε μια μικρούλα (δίσκος Columbia DG-6304 του 1937) με το Στελλάκη Περπινιάδη
  10. Διαμάντω αλανιάρα (δίσκος Columbia DG-6304 του 1937) με το Στελλάκη Περπινιάδη
  11. Δροσάτη Πελοπόννησος (δίσκος Columbia DG-6359 του 1938) με το Στελλάκη Περπινιάδη
  12. Γελασμένος (δίσκος Columbia DG-6502 του 1939) με το Στελλάκη Περπινιάδη
Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες, τα τραγούδια: «Βαρβάρα» και «Εγώ θέλω πριγκηπέσσα» (στα οποία άλλωστε παίζει μπουζούκι ο Γιοβάν Τσαούς) που εμφανίζονται ως δημιουργίες του Παναγιώτη Τούντα είναι δικές του συνθέσεις.


Ροζα Εσκεναζυ 


Η ονομαστή τραγουδίστρια Ρόζα Εσκενάζυ γεννήθηκε στα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ου αιώνα στην Πόλη και πέθανε στην Αθήνα (Περιστέρι) το 1980.  

Η Ρόζα Εσκενάζυ, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία), γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883 - 1905 και πέθανε στο σπίτι της, στην Κηπούπολη Περιστερίου στις 2 Δεκεμβρίου του 1980. 
Το ακριβές έτος γεννήσεώς της είναι ασαφές. Ο Π. Κουνάδης, χρονολογώντας βάσει διηγήσεων του γιού του Μήτσου Σέμση, το τοποθετεί μεταξύ 1883 και 1887. Από την άλλη, τα επίσημα έγραφα (που συνετάχθησαν μετά την άφιξή της στην Ελλάδα) αναφέρουν 1905. Υπάρχει δηλαδή τεράστιο χάσμα!
Εντός της πρώτης δεκαετίας της ζωής της Ρόζας Εσκενάζυ, η οικογένεια της μετακομίζει στην Θεσσαλονίκη. Από εκεί θα βρεθεί στον Πειραιά όπου θα ξεκινήσει αρχικά ως χορεύτρια γύρω στο 1910. Ωστόσο, γρήγορα θα