Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Ο Πειραιάς της δεκαετίας του 30 μέσα απο το μονόλογο του Νίκου Μαθέση



Με το Βασίλη Τσιτσάνη (1973)Μεγάλωσα στον Περαία. Καθόμασταν στον Άγιο Νικόλαο, στο Τελωνείο. Ο πατέρας μου ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Αγορά του Περαία. Είχε πάγκο στην Κεντρική Ιχθυαγορά. Εμένα μου άρεσαν τα γράμματα και η ζωγραφική κι από πιτσιρικάς ζωγράφιζα, έκανα σχέδια κι έγραφα στίχους. Όμως ο πατέρας μου δεν μ’ άφησε να τελειώσω το Γυμνάσιο. Μ’ έβγαλε και με πήρε μαζί του στην Αγορά λέγοντάς μου : «Εδώ είναι το ψωμί, οι ζωγράφοι πεινάνε»!
Σε ηλικία 15 χρονών, στις αρχές της δεκαετίας του’20, βρέθηκα στην ψαραγορά, μέσα σε μια Βαβυλωνία κακοποιών, που το λόγο είχε το δίκοπο μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Απ’ όλα είχε ο μπαξές, χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες, βαρκάρηδες, αμαξάδες, χασισοπότες και νταήδες. Βρέθηκα σε μια κόλαση, μέσα στο βούρκο της Αγοράς.
Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τσελέπη ήταν στην ημερησία διάταξη. Όσο για τεκέδες, ήταν γεμάτος, στην Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, Χατζηκυριάκειο και στην Τρούμπα. Κι όσο πιο πέρα πήγαινες, προς Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του ’δινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε τη δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Ο Περαίας τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που μετά έγιναν φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι. Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες. Η ίδια η γυναίκα που για χάρη της είχε εγκληματήσει κάποιος ήταν υποχρεωμένη να τον συντηρεί μέχρι να βγει από τη φυλακή. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς γιατί θα την σκότωναν οι φίλοι του. Όταν όμως ο εγκληματίας αγαπητικός έβγαινε από την φυλακή, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί, απαραίτητος κανών. Και για τον σκυλόμαγκα ο άγραφος νόμος ήταν σκληρός!

Τη δεκαετία του’30 η Δραπετσώνα ήταν γκέτο, όχι όπως σήμερα που ’χει γίνει Κολωνάκι! Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς. Σύχναζαν εκεί στους τεκέδες και στα μπουρδέλα των Βούρλων άνθρωποι από κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα Βούρλα είχανε 500 πουτάνες και συχνάζανε εκεί όλοι αυτοί του σιναφιού αυτουνού. Είχα γνωρίσει μια πουτάνα των Βούρλων, που έμενε στα Καρβουνιάρικα, τη Λούση. Αυτοκτόνησε αυτή το ’33, ήτανε μαστουρωμένη και μαχαιρώθηκε, σφάχτηκε μόνη της. Αυτή ήταν η Δραπετσώνα, παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες. Η Ασφάλεια γύριζε μέρα νύχτα και κάθε τόσο έκανε μπλόκο. Τα χρόνια αυτά ήταν φωτιά, για πέντε δεκάρες σκότωναν, έτσι από αγαπητιλίκι ή μαγκιά. Από μικρός, ήμουνα και λιγάκι ζωηρός, μπήκα στην πιάτσα του Περαία. Τότε ήταν η εποχή των κουτσαβάκηδων και των νταήδων. Υπήρχαν οι τεκέδες, που ήταν κρυφοί με κλειστή την πόρτα.
Έμπαινες και χτυπούσες συνθηματικά και ο τεκετζής σε ’βλεπε από κάποια τρύπα της πόρτας. Υπήρχαν και τα καταγώγια που είχαν άδεια καφενείου. Σε κάθε καταγώγιο και σε κάθε συνοικιακό καφενείο ήταν κρεμασμένα 3-4 μπουζούκια και μπαγλαμάδες για το σκυλολόι που σύχναζε εκεί. Σ’ αυτά τα καφενεία δεν σταματούσε, νύχτα-μέρα, το μπουζούκι από κοπρόμαγκες, σκυλόμαγκες, μοσχόμαγκες της φυλακής και τους γνήσιους μάγκες, ανθρώπους της τούφας που το ’χαν μάθει στο σχολείο, τη φυλακή δηλαδή. Άκουγες πάντα ωραία ταξίμια μάγκικα και τραγούδια μόρτικα της φυλακής. Μπερδευότανε το κελάηδισμα του μπουζουκιού με την μυρωδιά της ταλμίρας από το ναργιλέ και το τσιγαριλίκι. Για να έμπαινες βέβαια εκεί έπρεπε να ήσουν μούτρο, δηλαδή να ήσουν παιδί του κουρμπετιού και να είχες εγκληματήσει απαραιτήτως!
Σ’ αυτόν τον κόσμο μπήκα κι εγώ και προσπάθησα να γίνω από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελα να γίνω πρωτοπαλίκαρο κι άρχισα να κάνω κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και στο νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες και οι νταήδες με υπολόγιζαν. Είχα γίνει πασίγνωστος, με γνωρίζανε κι οι πέτρες και δεν ήμουν μαχαλόμαγκας. Πήγαινα και στις άλλες περιοχές, στα λημέρια που είχαν οι άλλοι μάγκες και τα ’βαζα μαζί τους! Νόμος μου ήταν ο νόμος της μαγκιάς. Γιατί εμείς είχαμε τους δικούς μας νόμους, δικιά μας ταρίφα. Δεν υπολογίζαμε ούτε Θεό και πιο πολύ τους μπάτσους, δεν τους γουστάρω τους μπάτσους. Αυτό που γουστάραμε το κάναμε χωρίς να δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Δε σύχναζα όμως στα χαμαιτυπεία και κάτι τέτοια, ούτε έκανα παρέα με σωματέμπορους, κακοποιούς και κάτι άλλους χάληδες που φοράγανε μια ναυτική φανέλα χειμώνα καλοκαίρι. Είπαμε, έκανα παρέα με μάγκες, με τους μεγαλύτερους μάγκες της εποχής και με κουτσαβάκια που δεν σήκωναν από τους άλλους ούτε χαμόγελο. Ήταν περιβόητοι μάγκες, άντρες ζόρικοι, που τους έτρεμαν όλοι, άντρες που για να τους μιλήσεις έπρεπε να κάνεις μαθήματα ένα μήνα πιο μπροστά στο σπίτι σου γι’ αυτό που θα τους πεις! Πριν τολμήσεις να τα βάλεις μαζί τους έπρεπε να περάσεις να μεταλάβεις από καμιά εκκλησιά!
Ο σκύλος, μπουλντόγκ συνήθως, ήταν απαραίτητος στους νταήδες και συνόδευε τον αφέντη του παντού. Όποτε πήγαινα στον τεκέ έπαιρνα και τον σκύλο μαζί. Ναργιλέ εγώ ναργιλέ κι σκύλος! Στο τέλος είχε γίνει από τους πρώτους χασικλήδες στον Περαία! Μόλις έφτανα στον τεκέ, πριν προλάβω να μπω μέσα, είχε μπουκάρει ο σκύλος κι άρχιζε να γαβγίζει δυνατά. Ήθελε ναργιλέ! Μόλις έπινε κάνα -δυο ήτανε εντάξει, είχε μαστουρώσει. Ήτανε σκύλος μάγκας, χασικλής. Δεν έπινε ό,τι να ’τανε. Δεν έπινε τα κατακάθια, τις τζούρες, ήθελε να είναι καλό πράμα και πάντα το ναργιλέ με φρέσκια τουμπεκιά!
Το χόμπι μου, από μικρός ήτανε να ζωγραφίζω και να γράφω στίχους. Το 1930 άρχισα να γράφω τραγούδια για δίσκους. Το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησα είχε τον τίτλο «Μεσ’ στου Νικήτα τον τεκέ» :


Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί / και πάω να φουμάρω
μεσ’ στου Νικήτα τον τεκέ / που ’χει το φίνο μαύρο.


Τότε, όταν έβγαιναν αυτοί οι δίσκοι, η Ασφάλεια μας είχε στη μπούκα, επειδή γράφαμε για ναργιλέδες και για τέτοια. Μια φορά, είχα πάει στο “πανεπιστήμιο” της Δραπετσώνας κι εκεί στη σιδερένια γέφυρα στον Άγιο Διονύση, στα ψυγεία, με πλησίασε ένας μπάτσος της Ασφάλειας και μου είπε : «Δε φτάνει που σας αφήνουμε αβέρτα, μας βάζετε και στα γραμμόφωνα και μας προκαλείτε». Κουβέντα στην κουβέντα, αρπάχτηκα μ’ αυτόνε. Χάλασε ο κόσμος εκείνη τη μέρα. Τον έβρισα άσχημα : «Θα σου βάλω ένα ναργιλέ στον πάτο, ρε πούστη, γαμώ το στέμμα σου» του είπα!
Το 1938 έκανα το φόνο. Υπήρχε ένας μάγκας τότε που ήταν το φόβητρο της Φρεαττύδας. Ήταν άγριος και αιμοβόρος μάγκας φορτωμένος με τσαμπουκάδες και παλιές καταδίκες, είχε χρόνια στη φυλακή. Ήταν σκυλόμαγκας που σκότωνε με το παραμικρό. Άνοιξα μαζί του προηγούμενα σ’ έναν τεκέ και επειδή ήταν κι άλλοι μάγκες μπροστά, τον πείραξε αυτό πολύ και μου το βάστηξε. Έτσι, ήρθε ένα απόγευμα στην Αγορά, στον πάγκο μου, μαζί μ’ έναν ξάδερφό του στρατιώτη που ήταν σεσημασμένος κακοποιός. Μου επιτέθηκαν ξαφνικά χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο ξάδερφός του με κράτησε από το δεξί χέρι κι αυτός έβγαλε τη φαλτσέτα και με χτύπησε στο λαιμό, αριστερά και στην ωμοπλάτη. Με πήρανε τα αίματα κι από τον πόνο γονάτισα. Τότε, πριν προλάβουν να μ’ αποτελειώσουν, έβγαλα ένα εξάσφαιρο περίστροφο που είχα, μάρκας “ουνιόν”, και τον πυροβόλησα τέσσερις φορές! Τον βρήκαν δυο σφαίρες και τον σκότωσα. Μεταφέρθηκα στο Τζάνειο σε αφασία, ενώ τον ξάδερφό του τον συνέλαβαν. Αφού γιατρεύτηκα παρέμεινα για λίγο υπόδικος, αλλά βγήκα έξω με εγγύηση και στο Δικαστήριο αθωώθηκα γιατί βρισκόμουν σε άμυνα. Και μετά, τη Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον τάφο του και μαστούριασα και μετά έχεσα! Γιατί το ’χαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δυο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα.
Σιγά – σιγά ο Περαίας άλλαξε. Ήρθε η εξέλιξη. Οργανώθηκε το λιμάνι του. Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες, φύγανε οι αμαξάδες. Πάνε οι μαούνες που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Τα μπουρδέλα έκλεισαν. Οι τεκέδες έσβησαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι παράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και στη θέση τους χτίστηκαν διώροφα και τριώροφα σπίτια. Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Η Δραπετσώνα! Το Κολωνάκι του Περαία! Ο καθένας τώρα έχει τ’ αυτοκίνητό του και αντί για ούζο ή κρασί η κόκα – κόλα έχει το λόγο… Οι μάγκες και οι ρεμπέτες όμως δεν πρόκειται να χαθούν όσο ο Περαίας είναι λιμάνι. Υπάρχουν, ανακατεύονται μαζί μας, κάθονται δίπλα μας, με άλλη όμως μορφή. Μη περιμένουμε να τους δούμε με τραγιάσκα και ζουνάρι και να λένε τα μάγκικα και κορακίστικά τους. Ζει λοιπόν ο ρεμπέτης δεν πεθαίνει ποτέ γιατί είναι εφτάψυχος. Γιατί περιβόλι δίχως τσουκνίδα και αγρός δίχως αγκάθι δεν υπάρχουν. Λείπει ο Μάρτης απ’ την Σαρακοστή; Έτσι δεν θα λείψει και το ρεμπέτ – ασκέρ.
Πριν λίγες μέρες πέθανε η γυναίκα μου. Της έγραψα ένα τραγούδι, λίγες μέρες πριν πεθάνει :


Με δίχως μάτια και μιλιά / το Γολγοθά ανεβαίνεις
γιατί κυρά μου βιάζεσαι / και δε με περιμένεις;


Έπρεπε να περιμένει αλλά εκείνη βιάστηκε. Δεν ξέρω γιατί. Αφού θα πάω κι εγώ τώρα σε λίγο. Βλέπεις ο Καρκίνος. Ένα χρόνο είναι στο λαιμό μου εγκαταστημένος. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Καρκίνος! Τον τρέφω με τσιγάρα και αλκοόλ γιατί δεν θέλω να ζήσω. Προχτές που έπαθα την πρώτη κρίση και με πήγαν στο νοσοκομείο, θέλανε να με κοιμίσουνε για να μου κόψουνε το λάρυγγα. Κοίταξε να δεις τι γίνεται! Να με κοιμίσουνε! Τους είπα όχι, όχι εκατό φορές! Θέλω να είμαι ξύπνιος για ν’ απολαύσω τους τελευταίους πόνους της ζωής μου. Και έτσι έγινε, τους απόλαυσα!
Τη σκαπούλαρα μέχρι τώρα, αλλά σε λίγο φεύγω τροχάδην για τον Άδη. Προχτές είδα πάλι την γυναίκα μου στον ύπνο μου και μου ’λεγε : «έλα»! Είμαι έτοιμος για ’κει. Εκεί που θα πάω είναι όλη η παλιά φρουρά : ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Ανέστος, ο Καρυδάκιας, ο Μάρκος, ο Χατζηχρήστος, ο Κερομύτης, η Ρόζα και η Μπέλλου. Η κομπανία είναι έτοιμη στον Άδη και με περιμένει. 
πηγη : http://www.e-orfeas.gr/artists/portraits/2093-article.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ελάτε στο νέο μας site www.pireaspiraeus.com