Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Η αποψη ενος Παναθηναικου για τον Ευρωπαιο Ολυμπιακο!


Γάβρος: Δρ Τζέκυλ και Μίστερ Χάιντ.

Οι γάβροι μαθαίνουν Ποδόσφαιρο.
Καταρχάς θέλω να ξεκαθαρίσω ότι είμαι βάζελος και δεν ανακατεύομαι στα εσωτερικά των άλλων ομάδων παρά μόνο για να πειράξω τους φίλους μου. Όταν καθόμαστε και βλέπουμε μπάλα είμαστε μόνο Παναθηναϊκοί - κι ο μοναδικός οπαδός της Καλλιθέας που έχω γνωρίσει στην ζωή μου. Έτσι η ανταλλαγή «απόψεων» γίνεται μόνο μέσω SMS και τηλεφώνου. Όταν βλέπουμε τον Ολυμπιακό το κάνουμε όχι για να δούμε καλό ποδόσφαιρο αλλά γιατί περιμένουμε να δούμε μια ακόμα ήττα. Τον τελευταίο καιρό όμως μας χαλάει το πάρτι, κυρίως εξαιτίας του Βαλβέρδε, ο οποίος υποψιάζομαι ότι έχει περισσότερες συμπάθειες στους αντίπαλους παρά στην ομάδα που προπονεί.
Εκεί που είχαμε συνηθίσει μια ομάδα – Αλέφαντος να μπαίνει στο γήπεδο χωρίς κανένα πλάνο και να παλεύει με την ψυχή στα δόντια ο Βαλβέρδε έχει φτιάξει μια ομάδα που έχει μια συγκεκριμένη φιλοσοφία και παίζει ένα συγκεκριμένο παιχνίδι με οποιοδήποτε αντίπαλο. Θα κερδίσει ή θα χάσει αλλά πάντα θα παίξει βάσει συστήματος.
Είναι κάτι που με τρελαίνει! Να πρέπει να χρησιμοποιήσω το επίθετο «σοβαρός» δίπλα στη λέξη «Ολυμπιακός». Δυστυχώς όμως η ηλικία μου πια, με αναγκάζει να είμαι περισσότερο σοβαρός από ότι θα ήθελα κι έτσι ενώ ξεκινάμε πάντα να βλέπουμε τον αγώνα του Ολυμπιακού με κάθε αγνή κάφρικη διάθεση στο τέλος αναγκαζόμαστε να παραδεχτούμε ότι ο Ολυμπιακός έχει γίνει και «σοβαρή» και «ομάδα». Για κάτι τέτοιες στιγμές μας έδωσε ο Θεός το αλκοόλ!
Κάθε οπαδός που είναι και συγχρόνως «αντί - κάτι» έχει παρωπίδες και περιμένει να δει αυτό που έχει στο μυαλό του. Κάθε φορά λοιπόν που κάθομαι να δω τον Ολυμπιακό έχω μια συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό μου και περιμένω όπως περιμένω και τα ντοκιμαντέρ του Νάσιοναλ Τζιογκράφικ. Αν δεν είσαι όμως εντελώς ηλίθιος πετάς τα πράσινα (η κόκκινα ή ότι άλλο χρώμα) γυαλιά και αρχίζεις να παρακολουθείς αυτό που βλέπεις μπροστά σου.
Και εδώ φτάνουμε στο άλλο καυτό θέμα που σηκώνει εξίσου μεγάλες ποσότητες αλκοόλ για να παραδεχτώ: Την ωρίμανση του κόκκινου λαού.
Τις υπέροχες εποχές του 33-1-0 (33 ήττες 1 ισοπαλία 0 νίκες) στην πρώτη δεκαετία του Ολυμπιακού στο Champions League όλα ήταν όμορφα φτιαγμένα. Οι γάβροι ήταν ακάλεστοι στην ευρωπαϊκή γιορτή, έτρωγαν πόρτα και γκολ κι επέστρεφαν την επόμενη στη δουλειά τους με σκυμμένα κεφάλια. Και το πιο σημαντικό, για μας, τους «ευρωπαίους πρεσβευτές» δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Ήταν σαν τον χαζό συγγενή του χωριού που έβγαινε για πρώτη φορά από το χωριό και πήγαινε στην μεγάλη πόλη.
Και ξαφνικά όλα άλλαξαν. Δε θυμάμαι πότε και σε ποιον αγώνα το συνειδητοποίησα. Το έχω απωθήσει από τη μνήμη μου. Ήταν μια πολύ τραυματική εμπειρία .
Μετά από δεκάδες ήττες και χαστούκια ο γάβρος έμαθε να βλέπει Ποδόσφαιρο. Έμαθε να συμπεριφέρεται στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Φόρεσε κι ένα κοστουμάκι κι άφησε τη στολή του χουλιγκάνου στο σπίτι. Έμαθε να εκτιμά τις καλές φάσεις, να σέβεται τον αντίπαλο και το κυριότερο να αναγνωρίζει την ανωτερότητα του αντιπάλου. Όσο κι αν προσπαθεί ο Κώστας Νικολακόπουλος, δημοσιογράφος και Φωνή του Ολυμπιακού (Τρομερό respect. Τέτοιοι Δημοσιογράφοι έπρεπε να κάνουν το ρεπορτάζ κάθε ομάδας. Εκτός από την εμμονή του με τη διαιτησία και το Βασιλάκης Καΐλας ύφος του. Αλλά του επιτρέπουμε μια δόση γραφικότητας) να αναλύσει το προφίλ του διαιτητή του Champions League, οι γάβροι έφτασαν στο σημείο να μην ασχολούνται με την ευρωπαϊκή διαιτησία.
Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν στο Καραϊσκάκη είναι φανταστική. Κατάμεστο γήπεδο με 35.000 φανατικούς οπαδούς να τραγουδάνε ως το 90’ να «σπρώχνουν» την ομάδα τους και να παγώνουν τον αντίπαλο. Και το πιο σημαντικό: με κόσμιο και ποδοσφαιρικό τρόπο.
Δεν είμαστε φλώροι. Το ποδόσφαιρο είναι και πόλεμος και παιχνίδι. Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο καυτό ευρωπαϊκό Καραϊσκάκη και το Καραϊσκάκη – «Ριζούπολη». Άλλο πράγμα ένα καυτό γήπεδο που μπορεί να παγώσει (αλλά μπορεί επίσης και να πορώσει) τον αντίπαλο ποδοσφαιριστή κι άλλο να φοβάται να βγει στο γήπεδο γιατί κινδυνεύει η ζωή του.
Κι αυτό με τσαντίζει περισσότερα απ’ όλα. Η μισή Ελλάδα κι εγώ μαζί μάθαμε να μισούμε τον Ολυμπιακό επί παντοδυναμίας Κόκκαλη. Ενώ στην πραγματικότητα δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί. Είμαστε εξίσου φανατικοί, παθιασμένοι και μπορούμε να κάνουμε το γήπεδο «κόλαση» για κάθε ευρωπαίο ποδοσφαιριστή που έχει συνηθίσει να παίζει σε γήπεδα – όπερες. Εξαιρείται το Άνφιλντ.
Στα μέσα του ’90 και του 2000 μαζί με την Ελλάδα χάλασε κι ο Ολυμπιακός. Από μια αυθεντικά λαϊκή ομάδα έγινε εικόνα της Ελλάδας του «εκσυγχρονισμού». Ψευτόμαγκας, τσαμπουκάς, αντάλλαξε τα «Σαντέ» με πούρα, αποφάσισε να παίρνει τη νίκη με κάθε τρόπο κι όσο πιο βρώμικα, τόσο καλύτερα. (Σαν να ακούω τον Κουτσόγιωργα να ωρύεται: έτσι ε σας τσούζει!)
Από καμάρι του Πειραιά ο Ολυμπιακός έγινε το έμβλημα και το άλλοθι του κάθε βλαχογκλαμουράτου γιάπι και κονομημένου που έβγαλε αρκετά λεφτά με κομπίνες στο χρηματιστήριο για να αγοράσει ένα ακριβό κοστούμι αλλά κανείς δεν του έμαθε ότι έπρεπε να έχει κάνει μπάνιο πρώτα. Αυτοί οι βρωμιάρηδες βρώμισαν τον Ολυμπιακό και την Ελλάδα.
Ο κόσμος του Ολυμπιακού αξίζει κάτι καλύτερο. Μαζί με την Ελλάδα που ξυπνάει από ένα όνειρο που ξεκίνησε όμορφα και κατέληξε εφιάλτης ξυπνάνε και οι γάβροι. Έμαθαν Ποδόσφαιρο (ύστερα από 33-1-0), έμαθαν να σέβονται τον αντίπαλο και να εμπιστεύονται τις δυνάμεις τους.
Καιρός είναι να μεταφέρουν τις ευρωπαϊκές τους εμπειρίες και στους ελληνικούς αγώνες. Θέλω πίσω έναν αντίπαλο που θα σέβομαι κι όχι έναν «εχθρό» που θα μισώ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ελάτε στο νέο μας site www.pireaspiraeus.com